Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου 2014

Η Αυτοκρατοροπούλα που φίλησε το Χοιροβοσκό


Η Ολβία Παπαηλίου σχολιάζει το γνωστό παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Αντερσεν


 

Το παραμύθι γράφεται ανάλογα με τη φωνή που το λέει και τα αυτιά που το ακούνε: Σκέφτομαι τη γλώσσα των συμβόλων, τόσο νέρινη  και να ξεφεύγει μέσα από τα δάχτυλα - περισσότερο από την άμμο και το χρόνο και τα πικρά δάκρυα μιας εξευτελισμένης πριγκίπισσας: είναι εδώ, ποιος θα μπορούσε ίσως και να την καταλάβει; 

Η αρχική ιστορία είχε ήδη βάλει τα θεμέλια των περιορισμών - από τον τίτλο κι όλας, ξέρουμε ότι το παραμύθι ασχολείται με την τιμή του πρίγκιπα - που θα γινότανε χοιροβοσκός του αυτοκράτορα. Θυμάμαι την έκδοση που μου το είχε γνωρίσει - κάπου υπάρχει ακόμα, νομίζω ήταν εκδόσεις Άγκυρας - θυμάμαι με νοσταλγία την εικονογράφηση, που στα δικά μου μάτια είχε την ισχύ μιας αγιογραφίας - αφού άλλωστε τα αρχέτυπα μεταφέρουν πάντα κι εξ' ορισμού τους κάτι σχεδόν απάνθρωπο ή κάτι θεϊκό! 

Ίσως να βοήθησε κι εκείνη ακριβώς η ανάμνηση της εικονογράφησης - το εκατόφυλλο σίγουρα τριαντάφυλλο, η πριγκίπισσα ντυμένη στα σκούρα ρόδινα και με γουνάκι από ερμίνα, μα πιο πολύ - λίγο ναζιάρα, λίγο με ένα ελάν βιτάλ, ένα το κάτι τι της - που ευτυχώς είχε μπορέσει κάποια δύναμη αχειροποίητη να της χαρίσει, κι έτσι να σώσει τα πλάσματα που διαβάζοντας θα τείνανε να ταυτιστούν μαζί της από μια ψυχική έκπτωση: γιατί στο τέλος, θα ήθελε ο συγγραφέας να μας πείσει ότι εκείνη η ναζού κατέληξε – πολύ-πολύ κακώς! Θα ήθελα, για χάρη εκείνης της ανάμνησης της εικονογραφημένης μικρής τσαχπίνας, να διαλογιστώ σε μία αλλιώτικη ανάγνωση εκείνου του παραμυθιού, επίσης και για χάρη μιας ψυχικής γυμναστικής, μίας ευλυγισίας. Λοιπόν, κάποια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένας πρίγκιπας...

...Αν και πρίγκιπας ενός φτωχού βασίλειου, αποφασίζει πως είναι τόσο καλά πολύφερνος, που να ζητήσει σε γάμο την κόρη του αυτοκράτορα - ξέρουμε ήδη ότι το μόνο που θα είχε να της δώσει θα ήταν το ένα τριαντάφυλλο που ανθίζει με τρόπο μαγικό στον τάφο του πατέρα του: ένα μονάχα κάθε πενταετία, αλλά τέτοιο λουλούδι που δύναται να εξαφανίσει κάθε λύπη και οδύνη και σπαραγμό (σ’ αυτό ας επανέλθουμε). 

Επίσης, της στέλνει το ένα και μοναδικό αηδόνι που τραγουδάει στη μικροσκοπική του χώρα, ομολογουμένως τόσο μελωδικά - σα να έχει όλες τις μουσικές να έχουνε φωλιάσει στο λαιμάκι του. Τα στέλνει και τα δύο, σε ασημένια κουτιά - στην παραδοσιακή μετάφραση, αφήνεται να εννοηθεί ότι το τριαντάφυλλο είναι κομμένο, αν και σε άλλες εκδοχές φαίνεται ότι έχει ξεριζώσει ολόκληρη την τριανταφυλλιά ο πρίγκιπας - που είναι βέβαια δυναμικός και αρκούντως φιλόδοξος ώστε παρ΄ότι θα μπορούσε να έχει την κάθε μια από άλλες εκατό πριγκίπισσες, επιθυμεί μόνο την κόρη του αυτοκράτορα - και εφόσον είναι παντελώς αμφίβολο ότι την έχει δει - μπορούμε να εικάσουμε τους λόγους που θα είχε να την θέλει. 


Λοιπόν, τα κουτιά φτάνουν και βρίσκουν την αυτοκρατοροπούλα να είναι με τις κυρίες επί των τιμών της στο σαλόνι - και φαίνεται χαρούμενη πως είναι με το δώρο - ελπίζει πώς θα είναι ένα γατάκι! Μπορούμε να υποθέσουμε, ότι αυτό είναι το ζώο που έχει η ψυχή της για τοτέμ, το ιερό της ζώο - ένα πλάσμα αρκούντως μαλακό και χαϊδεμένο, ικανό όμως να θυμάται την φυσική του ικανότητα για επιβίωση, αιλουροειδές και κυνηγετικό εάν χρειάζεται. 

Ελπίζει δηλαδή, να έχει ο μελλοντικός της σύζυγος την ικανότητα να την αποδεχτεί χωρίς να της στερήσει την αναγκαία ευελιξία, να την αποδώσει ακέραια στον εαυτό της. Αντί αυτού, το πρώτο ασημένιο κουτί περιέχει άλλοτε ένα ρόδο, άλλοτε ένα ρόδο με την τριανταφυλλιά μαζί. Κι ενώ σαν πρώτη αντίδραση υπάρχει μια κάποια ευχαρίστηση που εκφράζεται από τις κυρίες της επί των τιμών (οι οποίες δεν έχουν διακρίνει πως το τριαντάφυλλο είναι αληθινό και το παινεύουν σα να ‘ναι πολύ ωραία κατασκευασμένο), η νεαρή αυτοκρατοροπούλα είναι σχεδόν έτοιμη να αναλυθεί σε δάκρυα, συνειδητοποιώντας πως το λουλούδι δεν είναι κατασκευασμένο, αλλά αληθινό. Με μια αποκλίνουσα εκ της συνηθισμένης ερμηνεία, δε θα μπορούσε άραγε ετούτο να σημαίνει - ότι ο πρίγκιπας είναι αρκούντως άκαρδος, είτε να ξεριζώσει την τριανταφυλλίτσα, είτε να κόψει το τριαντάφυλλο - που είχε χρειαστεί πέντε χρόνια ολάκαιρα να ετοιμάσει το παυσίλυπόν του μεγαλείο! Αυτό είναι απόδειξη ή έστω ένδειξη σκληρής καρδιάς - και η σοφή αν και χωρίς ακόμα να το ξέρει, ενστικτωδώς τρομάζουσα αυτοκρατοροπούλα - έχει ήδη αρχίσει να κακοτροπεύει, να θυμώνει. 

Σε πιο βαθύ επίπεδο, αυτό που της επρότεινε ο πρίγκηπας σα δώρο για να την κερδίσει - είναι το τριαντάφυλλο που θα της έπαιρνε τη δυνατότητα να νοιώθει τη λύπη της - που όμως είναι η πιο μεγάλη προϋπόθεση απόλυτα απαραίτητη για κάθε πιθανή εξέλιξη σε ψυχολογικό επίπεδο. Εδώ, έως και ο πατέρας της αυτοκρατορικώς αντιλαμβάνεται πώς μάλλον κάτι σαν το λάκκο να έχει η φάβα, είτε έχει ενδεχομένως πήξει να του τη ζητάει ο ένας και ο άλλος - και να θέλει μία κι έξω ή και σιγά-σιγά να την αποποιηθεί - ίσως αυτή η θυγατέρα να παραείναι ξυπνητή και να μη θέλει να παίξει το παιχνίδι όπως θα ήτανε αναμενόμενο - κι αυτό ίσως τον έφερνε σε κάποιες δυσκολίες (ποιος και να ξέρει, μήπως και θέλει να κάνει όπως της κατέβαινε, μην τηνε βρούνε να φιλάει τον ένα και τον άλλον, ποτέ δεν γίνεται να είναι ασφαλής κανείς με μία κόρη που θα επιθυμούσε να της χαρίσουνε μια γάτα, ή μήπως να γελιέμαι;). 

Λοιπόν, προτείνει ο μπαμπάς - να μην αρχίσουμε ακόμα να κακοκαρδιζόμαστε, μήπως να βλέπαμε το άλλο δώρο - και βγαίνει το ολοζώντανο αηδόνι το μελωδικότατο, άλλη καταστροφή. Οι δεσποινίδες των τιμών, με τα σπαστά και λάθος γαλλικά τους - φαίνεται να έχουνε γοητευτεί από το δώρο – γι αυτό είναι μονάχα δεσποινίδες επί των τιμών - κι όχι μελλοντικές αυτοκρατόρισσες: ενώ σε φανερή αντίθεση η νεαρή μας, έχει χάσει πάσα ιδέα περί εκείνου του πολύφερνου επίδοξου γαμπρού, που δεν εδίστασε να της χαρίσει ένα ακόμα αληθινό και ζωντανό πλάσμα καλού θεού, και να το στείλει μάλιστα σε ασημένιο κουτάκι, τέτοια αναισθησία. Και ας έχουνε συγκινηθεί οι γηραιοί εκείνοι αυλικοί που το κελάηδισμα του σκλαβωμένου πουλιού τους έχει φέρει αναμνήσεις από το μουσικό κουτάκι που είχε κατασκευαστεί για (την μάλλον αποθανούσα) την αυτοκράτειρα - έως και στη σχεδόν ίδια τονικότητα - τόσο που έως κι ο αυτοκράτορας ο ίδιος συγκινήθηκε. Αυτό είναι επίσης ενδιαφέρον: ενώ εκείνος μπορούσε να χαρίσει στη μητέρα της κόρης του ένα ωραίο και τόσο αρμονικό μουσικό κουτί, η κόρη της εκλιπούσας θα πρέπει να αρκεστεί σε ένα πραγματικό αηδόνι, που όσο και αν είναι ανεπιτήδευτο και πραγματικό και άκρας της φυσικότητας, είναι τιμή που δεν αναγνωρίζεται εις την υποκειμενική της κουλτούρα, η οποία δίνει βάση στο κατασκευασμένο, στην μαεστρία, στην καλλιτεχνία. 


Η κοπελίτσα, δεν έχει κοινωνικοποιηθεί σαν καμιά βοσκοπούλα, μια χοιροβοσκοπούλα - ώστε να της αρκεί ένα αηδόνι, μάλιστα στο κλουβί ή στο κουτί! Παρ’ όλα αυτά, είναι διατεθειμένη να ελπίσει, να θελήσει να πιστέψει πώς το πουλί δεν είναι αληθινό, ότι συνεπαγωγικά - ο πρίγκιπας δεν έχει θελήσει να προσβάλει την τιμή και τις αξίες που προάγει η αυτοκρατορία. Αλλά, οι απεσταλμένοι βεβαιώνουν ότι το πουλί είναι αληθινό, δε φαίνεται το βασίλειο του πρίγκιπας είτε αυτός ο ίδιος να αντιλαμβάνονται το βάρος της κατάστασης.

 Έτσι λοιπόν, πιστή ακόμα στις επιταγές της κοινωνίας της αυλής, της οποίας είναι και η ίδια προϊόν και βασική θεματοφύλακας - να μην ξεχνάμε ότι και οι δεσποινίδες και οι άλλοι αυλικοί, έως ακόμα κι ο πατέρας της ο ίδιος - κι ας ήταν αυτοκράτορας - φαίνεται ότι έχουνε χάσει κάπως το μπούσουλα, εάν τον είχανε ποτέ - μένει λοιπόν εκείνη να στείλει τους απεσταλμένους πίσω στον άμετρα φιλόδοξο πρίγκηπα και να κρατήσει την τιμή της  (και επαγωγικά, τις αρχές που επιβάλλονται από το πρωτόκολλο) στα προσυμφωνημένα (μέσω της κοινωνικοποίησής της) πρότερα ύψη.



Αυλαία, και Πράξη Δεύτερη. 
Ο πρίγκηπας, δεν αποδέχεται το δικαίωμα της αυτοκρατοροπούλας να τον απορρίψει, πράγμα που ίσως μας δίνει το δικαίωμα να πιστέψουμε ότι γι' αυτό και μόνο, έκανε εκείνη πολύ καλά και τον απέρριψε. Όχι μόνο αυτό, αλλά φαίνεται διατεθειμένος  να της διδάξει ένα μάθημα, που επίσης διαβάζεται - να την εκδικηθεί. Αυτό αφήνει και άλλες πιθανότητες να αναδυθούν: ότι, ας πούμε - ενεργούσε με πολλή περιορισμένη συνειδητότητα. Όσο λιγότερη η συνειδητότητα, τόσο μεγαλύτερη η τιμωρητικότητα. Έχει ενδεχομένως δυσκολία να αντιμετωπίσει τα σκοτεινά μοτίβα που διακινούσαν τις πράξεις του: αν θεωρήσουμε ως δεδομένο ότι πράγματι εκείνος πίστευε πως η αυτοκρατοροπούλα δεν είχε εκτιμήσει ούτε εκείνον, ούτε τα αγαθά που της είχε προσφέρει (και ώστε ούτε την πολιτιστική του κληρονομιά, την πνευματικότητά του, τον ουρανό του με τα άστρα, ούτως ειπείν) - τότε τι άλλο θα ήταν φυσικό, παρά να ανασηκώσει τους ώμους του και να πει κάτι σαν "είναι κι αλλού πορτοκαλιές και κάνουν πορτοκάλια"; 

Υπάρχουν άλλες εκατό τουλάχιστον πριγκίπισσες πορτοκαλιές, έχει από την αρχή επισημανθεί αυτό, πολύ ξεκάθαρο. Άρα, μήπως ο πρίγκιπας έχει πραγματικά περιορισμένη δυνατότητα να αντικρύσει τη σκιά του, το ανεπίτρεπτο, το πληγωμένο, το "όχι αρκετό" κομμάτι του εαυτού του; Για να μην υποχρεωθεί να το αναγνωρίσει, αυτό το μαύρο, το σκοτεινό μέρος της προσωπικότητας - ποιητική δικαιοσύνη να είναι, άραγε; - βάφει το πρόσωπό του καφέ και μαύρο (!) και μεταμφιεσμένος πάει στον αυτοκράτορα να του ζητήσει μία θέση στο παλάτι. Εκεί, ο αυτοκράτορας τον προσλαμβάνει για Αυτοκρατορικό Χοιροβοσκό. 


Μένοντας δίπλα στο χοιροστάσιο, ο πρίγκιπας καταγίνεται με την κατασκευή μιας μηχανικής κατσαρολίτσας, πολύ χαριτωμένης, με μια σειρά κουδουνάκια γύρω-γύρω, που όταν η κατσαρολίτσα βρισκότανε επάνω στη φωτιά και έπαιρνε μια βράση, άρχιζαν να παίζουνε αυτά τα κουδουνάκια την τόσο χαριτωμένη και παλιά μελωδιούλα - Αχ, Αγαπητέ μου Αυγουστίνε, όλα περάσανε! Μα ακόμα πιο παράξενο, ήτανε ότι όταν κρατούσε κάποιος το δάχτυλό του πάνω από της κατσαρόλας τον ατμό - μπορούσε πια να ξέρει τί μαγειρεύανε στα σπίτια όλης της επικράτειας. Αυτό, μάλιστα, ήτανε απείρως ωραιότερο από το τριαντάφυλλο, λέει το παραμύθι. 

Ας εστιάσουμε λοιπόν, και να σκεφτούμε ότι ακόμα τώρα, αναλύουμε το παραμύθι σε σχέση με την διαδικασία που μπορεί να σχετίζεται με την αυτοκρατοροπούλα - μία ανάγνωση αλλιώτικη που θα αφορούσε στη διαδικασία όπως σχετίζεται με τον πρίγκηπα, θα οδηγούσε σε άλλα συμπεράσματα: η συμβολική διάσταση του παραμυθιού είναι και πρέπει να παραμένει ανεξάντλητη, αυτή η πολυπλοκότητα, τα πολλαπλά σημεία αναφοράς είναι κάθε παραμυθιού η ανεξάντλητή του προσφορά στην εξανθρώπιση. Λοιπόν, ας ξαναεστιάσουμε στην αυτοκρατοροπούλα, θυμούμενοι ωστόσο ότι μπορεί να είναι μια γυναίκα, ή θα μπορούσε να είναι το σημαίνον που σημειοδοτεί την Άνιμα του πρίγκιπα. 




Στην πρώτη περίπτωση, το κατσαρολάκι είναι συμβολισμός που εμπεριέχει τη θηλυκή ενέργεια (το σχήμα, η πρακτική χρησιμότητα, ο ρόλος που ταυτίζει το αντικείμενο με το φύλο - μαγειρική σαν ενασχόληση των γυναικών). Κατασκευάζεται από τον άντρα στο παραμύθι, τον πρώην επίδοξο γαμπρό - στη μοναχικότητα και στην ταπεινή θέση του χοιροβοσκού, καταγινόμενος με μια μηχανική κατασκευή (ξεκάθαρα αποδιδόμενη σε μια ανδρική δεξιοτεχνία), κατασκευάζει, ανακαλύπτει, κερδίζει μια πλευρά που του ανήκει, και την οποία θα θελήσει να κατακτήσει και να αποκτήσει η νεαρή. Διαβασμένο αλλιώς, εκείνος κατασκευάζει κάτι όμορφο και χρήσιμο, που ο ίδιος όμως δεν μπορεί να αναγνωρίσει - η κατσαρολίτσα θεωρείται από αυτόν σαν κάτι ανούσιο, χαζό και άχρηστο , ίσως μια "αντωνυμία" για την αυτοκρατοροπούλα που το παραδοσιακό διάβασμα του παραμυθιού θέλει να μας μεταφέρει - μια κοπέλα ανόητη, διατεθειμένη να πληρώσει με δέκα φιλιά - που ούτε καν οι δεσποινίδες των τιμών δε θα χαλάλιζαν, αλλά εκείνη τα δίνει, για ένα μαραφέτι και ψευτόπραμα. 




Ο πρίγκηπας μέσα στην επιθυμία εκδίκησης που τον έχει καταλάβει, χάνει την επαφή με τη δική του κατασκευαστική ικανότητα, δεν αναγνωρίζει την αξία που θα ήθελε να του αποδώσει η αυτοκρατοροπούλα, πολύ δε μάλλον την αξία της αυτοκρατοροπούλας που είναι ικανή να αντιπαρέλθει πια τους πατροπαράδοτους ρόλους, και είναι διατεθειμένη να αγοράσει με δέκα φιλιά της ένα μηχάνημα που θα της επέτρεπε όχι μονάχα μια μουσικότητα, αλλά και μια γνώση που ενώ σε πρώτο πλάνο εμφανίζεται μηδαμινή, θα μπορούσε να επιφέρει πολλαπλά κέρδη: ξέροντας να μυρίζει τι μαγειρεύεται σε κάθε σπίτι, θα ήταν ο καθένας που θα βρισκόταν σε θέση εξουσίας ικανός να έχει πολύ μεγάλο έλεγχο στα οικονομικά ή (μεταφορικά) στις προθέσεις των υπηκόων του. Το τραγουδάκι, είναι ένα τραγουδάκι χασίματος μιας ευκαιρίας - ένα παλιό τραγούδι με μάλλον θλιβερό τόνο μετανιώματος. Και στην πορεία του παραμυθιού, ακούμε την ιστορία μονομερώς και με διαστρεβλωμένη οπτική - η αυτοκρατοροπούλα δεν ξέρει να παίζει μουσική, παρά μόνο το τραγουδάκι αυτό και με το ένα δάχτυλο. Όταν ο ψευτοχοιροβοσκός κατασκευάζει ένα εκπληκτικό μηχάνημα που αναπαράγει όλα τα βαλσάκια και τις πόλκες και ποιός ξέρει τί άλλες μουσικές, εκείνη ξετρελαίνεται, το θέλει - δίνει ξανά πίστη στη μουσική, στην ικανότητα του να κατασκευάζει κάτι μοναδικό (που ξανά εκείνος θα υποβαθμίσει και θα υποβιβάσει, υποβιβάζοντας μαζί και την αυτοκρατοροπούλα). 

Εκείνη, βρίσκει αδέξια τον τρόπο να υποστηρίξει τον εαυτό της και την επιθυμία της, όσο και αν αυτό γίνεται με τρόπο σπασμωδικό και κοριτσίστικο, ακόμα όχι γυναικείο - καταλαβαίνει την υποχρέωσή της ως κόρη του Αυτοκράτορα, οφείλει να γίνει μαικήνας των τεχνών - ωστόσο η πεποίθησή της δεν είναι ακόμα ώριμη, κι έτσι δεν αποδεικνύεται ικανή να πράξει σθεναρά, γι’ αυτό ζητάει από τις δεσποινίδες να διαφυλάξουν το μυστικό της - επειδή είναι κόρη αυτοκράτορα, μια αντίφαση στην θέση που εσωτερικά βρίσκεται στη διαδικασία να διεκδικήσει. Τα φιλιά που δίνει στο χοιροβοσκό δεν φτάνουν στο ύψος της απαιτούμενης τιμής - το μαραφέτι το μηχανικό έχει κοστολογηθεί στα εκατό φιλιά, τα φιλιά που δόθηκαν είναι ογδονταέξη.

 Όταν ο Αυτοκράτορας διακόπτει τη συναλλαγή και διώχνει την κόρη του και τον ψευτοχοιροβοσκό, έχει χαθεί ακόμα μια ευκαιρία - η διωγμένη και ατιμασμένη και αποκηρυγμένη κόρη του αυτοκράτορα χάνει τη θέση της, και το μηχανικό της παιχνιδάκι, διάφορες έγκυρες πηγές αναφέρουν ότι μετάνιωσε που δεν αποδέχτηκε τον όμορφο και αξιοπρεπή πρίγκιπα, όπου ίδια θεού της φάνηκε η θωριά του – παρ’ όλα αυτά, έχω δικούς μου λόγους να πιστεύω ότι πιο πολύ η εκπεσούσα είχε λόγους να λυπηθεί όχι για την κατάντια της, μα για λογαριασμό του - εκείνος, μέσα στο παλάτι του, ακόμα πικαρισμένος. Εκείνη απ’ έξω, απελευθερωμένη από έναν τυραννικό πατέρα, ενδεχομένως - που ξέπεσε στο σημείο να την αποκηρύξει μπροστά σε έναν έστω ψεύτικο χοιροβοσκό, λες και η κόρη του φιλούσε κάποιον ανίκανο - ενώ ο άνθρωπος, αν και χοιροβοσκός - είχε μπορέσει να φτιάξει ένα μαραφετάκι τόσο μουσικά θαυματουργό. 

Θέλω να πω, ποια δε θα διάλεγε να μείνει στο τέλος του παραμυθιού έξω από μια πόρτα, και στη βροχή, και ανέστια - ξέροντας εν τω μεταξύ: ότι το παραμύθι της έδωσε τη θέση της ανόητης, λόγω μιας άτυχης και λανθασμένης σημειολογίας - και ότι άλλωστε, καλύτερα αδικημένη, παρά να είναι αυτή η αδικήσασα - άλλη η δικαιοσύνη των ανθρώπων, και άλλη των θεών και των συμβόλων.




Το παραμύθι, στα Αγγλικά, εδώ



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου