Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ερωτόκριτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ερωτόκριτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Απριλίου 2014

Καλό και Κακό στον Ερωτόκριτο




"Διάλεξε απ' όλα τ' άρματα, άλογον και κοντάρι,
 πολέμησε τον Θάνατον, αντρειέψου, μη σε πάρει.
Άριστε, πώς τον ήφηκες τον Χάρο να νικήσει; 
 Η ομορφιά σου πώς να μπει στον Άδη, ν' ασκημίσει;"

Από τον Ηρόδοτο, που εξυμνεί την τιμιότητα των Περσών, τον Αλέξανδρο που εκδικήθηκε την δολοφονία του Δαρείου, από το Έπος του Διγενή που υμνεί τα κατορθώματα του Αμιρά εναντιον της Αυτοκρατορίας, τον Μακρυγιάννη που ομολογεί πως ο Τούρκος "έτρωγε ποντίκια και μας γάμησεν το κέρατον", η Ελληνική Σκέψη αρνήθηκε να παρουσιάσει τον Εχθρό σαν εκπρόσωπο του Κακού επί της Γης. 
Ιδού λοιπόν ο θρήνος του Κορνάρου για έναν νεκρό εχθρό, το Άριστο, που νικήθηκε από τον Ερωτόκριτο μετά από φοβερή μονομαχία. 
Αντικείμενο της μονομαχίας ήταν η ανεξαρτησία της πόλης της Αθήνας, που υπεράσπιζε ο Ερωτόκριτος.
Δημήτρης Σκουρτέλης

{Αποσπάσματα}

Παραγλιστρά ο Ρωτόκριτος, πέτρα τον πεδουκλώνει, 

        κι ο Άριστος αποπάνω του βαρίσκει και λαβώνει.
Παρά ποτέ ο Ρωτόκριτος τη δύναμη μαζώνει,
        τ' Αρίστου δίδει κοπανιά, για πάντα τον-ε σώνει.
Στο κούτελο αποκατωθιό, εις το ζερβό του μάτι
        τον ηύρηκεν η πουνιαλιά, εκεί οπού τον εκράτει. 
Όλα τα σίδερα περνά, και σώνει στα μυαλά του,
        η δύναμή του ετέλειωσε, κ' εχάθηκε η αντρειά του.

Δεν απομένει α[γ]δίκωτος (μ' ακούσετε ίντα εγίνη),
        του Ρώκριτου μιάν κοπανιά δίδει την ώρα κείνη.
Περνά τ' ατσάλ[ι]ν από μπρός το σιδερό ζυπόνι, 
        ανοίγει του όλα τ' άρματα, στη σάρκα τον-ε σώνει,
εις το βυζί αποκατωθιόν, εις τση καρδιάς τον τόπον,
        εκεί που βρίσκεται η πνοή κ' η ζήση των ανθρώπων.
280 Μέσα στη σάρκα κά[μ]ποσον το σίδερον εμπήκε,
        πλιά παρά ζωντανό, νεκρόν ετότες τον αφήκε. 
Κι ολίγο-λίγον ήλειψε να τον-ε πάρει ο Χάρος,
        μα'ζησε, κ' εγιατρεύτηκε με πάθη και με βάρος.

Τρέχου' οι Ρηγάδες να τους δουν, τρομάρα τούς επιάσε,
        κι όλοι τως τον Ρωτόκριτο λογιάζουν πως εχάσε.
Εβγάνουσίν τως τ' άρματα, και το ζιμιόν εφάνη,
        ποιός είναι οπού ψυχομαχεί, και ποιός μπορεί να γιάνει.

§Ωσάν ανθός και λούλουδον, πό'χει ομορφιά και κάλλη,
        κ' είναι στον κάμπο δροσερό με μυρωδιά μεγάλη,
κ' έρθει τ' αλέτρι αλύπητα, βαθιά το ξεριζώσει,
        ψυγεί ζιμιό και μαραθεί, κ' η ομορφιά του λιώσει, 
χλομαίνει αν είναι κόκκινον, κι άσπρον αν [έν'] μαυρίζει,
        και μπλάβο αν είναι λιώνεται ζιμιό και κιτρινίζει,
χάνει ομορφιά και μυρωδιά, κάλλη και δροσερότη,
        γερά ζιμιό και ψύγεται, και πλιό δεν έχει νιότη―
έτσ' ήτον και στον Άριστον, όντεν η ψη του εβγήκε, 
        με δίχως αίμα, άσπρο, χλομόν, ψυμένον τον αφήκε.

Ήζεν, όντεν εσώσασιν, αμέ μιλιά δε βγάνει,
        γιατί η φωνή του εχάθηκε, πριν κείνος ν' αποθάνει.
Είχε πνοήν, εστρέφετο, το Βασιλιόν εθώρει,
        μα να μιλήσει και να πει τά'θελε, δεν ημπόρει. 
Εσήκωσε τη χέραν του, το Μπάρμπα του αγκαλιάστη,
        κ' ήβγαλεν αναστεναμόν, ό,τι τον εδυνάστη.
Ήκλαιγε ο Βλάχος να θωρεί τέτοιον αϊτόν σφαμένον,
        ασούσουμον κι ανέγνωρον, κ' αιματοκυλισμένον.
Σ' τσ' αγκάλες του τον-ε κρατεί, φιλεί τον εις τα χείλη, 
        στέκει, ανιμένει να του πει και να του παραγγείλει.
Μα εκεί δεν ήτο δύναμις, ουδέ φωνή στο στόμα,
        ήρθεν η ώρα να γενεί η σάρκα πάλι χώμα.
281 Και μ' έναν αναντράνισμα σαν παραπονεμένο,
        είπε ένα λόγο σιγανό· "Μπάρμπα μου, εδά αποθαίνω."
Και πάραυτα εξεψύχησε, τα μάτια του εσφαλίσαν,
        τα μέλη του ενεκρώσασι, πλιό ζωντανά δεν ήσαν.
Κι όντεν εμίσεψε η ψυχή και το κορμί-ν αφήκε,
        ένας μεγάλος βροντισμός στον Ουρανόν εβγήκε.
Κ' έναν ανεμοστρόβιλο θωρούν σκοτεινιασμένον, 
        και τριγυρίζει το κορμί του Νιού το αποθαμένον.

Οι Βλάχοι κλαίγουν, δέρνουνται, τον πόνο εφανερώναν,
        κ' εκεί οπού του εσιμώνασι, δάκρυα τον εκουκλώναν.
Πλιότερα απ' όλους του Ρηγός το πρόσωπο είν' θλιμμένον,
        κι από μεγάλη συννεφιάν και νέφη πλακωμένον. 
Την κεφαλήν και το κορμί ζιμιό του ξαρματώνει,
        το στόμα-ν εις το στόμα του λυπητερά σιμώνει.
Φιλεί και κανακίζει το[ν], παρηγοριά δεν έχει.

                  ΒΛΑΝΤΙΣΤΡΑΤΟΣ
        Λέγει του· "Κανακάρη μου, κι ας το'θελα κατέχει,
πως ήμελλε να σκοτωθείς για όνομά μου εμένα, 
        να'θελα δώσει του Ρηγός τά μου'χε ζητημένα.
Κ' εκείνα, κι άλλα πλιότερα, κι ό,τι κι αν αφεντεύγω,
        παρά να χάσω έτοιον υ-Γιόν, οπού αν τον-ε γυρεύγω,
όπού'ναι ο Νότος κι ο Βορράς, η Ανατολή κ[' η] Δύση,
        δεν τον ευρίσκω, κι άλλον πλιό δεν ήκαμεν η Φύση."
-----------------------------------
Και με φωνή λυπητερήν ήλεγε· "Καλογιέ μου,
        ανασηκώσου αποδαυτού, έλα, και βούηθησέ μου.
Διάλεξε απ' όλα τ' άρματα, άλογον και κοντάρι,
        πολέμησε τον Θάνατον, αντρειέψου, μη σε πάρει.
Άριστε, πώς τον ήφηκες τον Χάρο να νικήσει; 
        Η ομορφιά σου πώς να μπει στον Άδη, ν' ασκημίσει;
Μηδέ μου παραπονεθείς, και μη βαραίνει η ψη σου,
        αν εις-ε τόσον κίντυνον ήβαλα το κορμί σου.
284 Και τά θωρώ δεν τα'λπιζα, μα'λεγα να νικήσεις,
        γιατ' ήσουν άξος μοναχός χίλιους να πολεμήσεις. 
Κι αν το'χα ξεύρει το γνοιανό, που με κινά και κλαίγω,
        τσι χώρες μου όλες ήδιδα, κι ό,τι κι αν αφεντεύγω.
Κ' εσύ να μη βλαβείς ποτέ, μα'λπιζα σ' έτοια κάλλη,
        να'χομεν και τα κέρδητα και μιά τιμή μεγάλη.
Μα επείς κ' η Μοίρα το'θελε κ' έτοιας λογής εσφάγης, 
        μηδέ μου παραπονεθείς στον Άδην, οπού πάγεις.
Ανάθεμά την, τη βουλή, που'καμα να κινήσω
        με τα φουσάτα απ' τη Βλαχιά, να'ρθω να πολεμήσω!
Εχάσα χώρες και χωριά, και σε σκλαβιά λογούμαι.
        Τούτα δε με βαραίνουσι, τούτα δεν τα λυπούμαι.
Όλα τα φτιάνουν οι καιροί, κι όλα τα κατατάσσουν,
        ταχιά κερδαίνουσι πολλοί, σήμερον ό,τι χάσουν.
Μα ο μισεμός σου, Καλογιέ, πόνον πολύ μου φέρνει,
        κι ό,τι μου πήρε ο Θάνατος, πλιό δε μου το γιαγέρνει."

                  ΠΟΙΗΤΗΣ
Ήσυρνε γένια και μαλλιά, δέρνει τα γόνατά του, 
        πόνο σε φίλους και σ' οχθρούς δίδουν τα κλάηματά του.
Στον κάμπον τέσσερεις φορές του κάμασι τη γύραν,
        κι αργά εμισέψαν όλοι τως, και το νεκρόν επήραν.
Δίδου' βουλήν, εις τη Βλαχιά να πά' να τον-ε θάψουν,
        για να'ρθουν τα περίγυρα κ' οι χώρες να τον κλάψουν. 

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

ΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ




Ο Χάρος είναι μια μορφή της λαϊκής παράδοσης που διατηρήθηκε προφορικά από την αρχαιότητα σε πείσμα της λόγιας παράδοσης που τον θέλει βαρκάρη 
Οι αρχαίες απεικονίσεις τον δείχνουν ένοπλο πολεμιστή, όπως τα σύγχρονα Δημοτικά Τραγούδια, και γνωρίζουμε πως το αρχικό του όνομα ήταν Χαρούμ.


Η γλωσσική διαμάχη Δημοτικιστών και καθαρευόντων συντάραξε  την πνευματική ζωή της Ελλάδας τον 19ο και τον 20ο αι. Είναι η κορυφή του παγόβουνου, αλλά και εν πολλοίς ένα ψευδοπρόβλημα, μια που επρόκειτο για μια διαμάχη μεταξύ λογίων. Ο τύπος της γλώσσας δεν μπορεί να είναι το ζητούμενο, αλλά το περιεχόμενό της είναι. Και πάντα ήταν, απλά αυτό εκδηλώθηκε και γλωσσικά από μια στιγμή και μετά στην Ελληνική Ιστορία.

Η πνευματική δημιουργία σε όλες τις μορφές της Τέχνης δεν μπορεί παρά να έχει λαϊκή αφετηρία.  Τα πρώτα πνευματικά δημιουργήματα του ανθρώπου δεν ήταν λόγιας, πεπαιδευμένης προέλευσης, αλλά αυθόρμητα έργα. Ο πρωτόγονος άνθρωπος όμως, αισθάνθηκε τόση έκπληξη από τις δημιουργίες του που θεώρησε πως είχαν μαγική και θρησκευτική ισχύ. Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν πως κάθε είδους πνευματική δημιουργία είναι θεόπνευστη. Προέρχονταν  από τις Μούσες, και κατόπιν από τον Διόνυσο (θεός της Τραγωδίας) και τον Ερμή (θεός των ρητόρων και των φιλοσόφων)

Η λαϊκή δημιουργία, είναι προϊόν μιας ισχυρής κοινότητας (φυλής – φάρας) με βαθιές παραδόσεις και συνοχή. Αυθόρμητο προϊόν, δεν έχει στόχους, ιδεολογία και αντίπαλο. Καμιά φορά δεν κάνει καν διαχωρισμό Καλού και Κακού. Ενδιαφέρεται μόνο για την γνησιότητα και αμεσότητα της έκφρασής της, και δεν στοχεύει να διδάξει, να καθοδηγήσει, ούτε να προπαγανδίσει με άλλο μέσο εκτός από την ίδια της την αγνότητα.  Γι αυτό οι λόγιοι την θεωρούν αφελή και αδόκιμη αλλά προπάντων επικίνδυνη.

Η λόγια πνευματική δημιουργία, ορίζεται σαν μια προσπάθεια έρευνας, συστηματοποίησης και δημιουργίας κανόνων, τύπων
 και συμπερασμάτων πάνω στην πνευματική ζωή. Μόνο έτσι δεν ξεκίνησε όμως.

Αρχικός στόχος των λόγιων δημιουργιών, ήταν η τιθάσευση της λαϊκής δημιουργίας. Σαν εκφραστές ενός ξέχωρου πλέον από το λαό ιερατείου και μιας αυστηρής και καταπιεστικής πλέον κοινωνικής δομής, θίγονταν άμεσα από τον αυθορμητισμό της λαϊκής τέχνης. Ετσι, η λόγια καταγραφή των ασμάτων, θρύλων, μύθων κλπ που εξ ορισμού είχαν λαϊκή προέλευση, δεν στόχευε στην επιστημονική συλλογή τους, αλλά στην μετάπλασή τους ώστε να συμβαδίσουν με τις ανάγκες της επίσημης θρησκείας και του κράτους.

 Αυτά είναι εμφανή στην αρχαία Τραγωδία, που στόχο έχει να δικαιολογήσει τα άτοπα έργα των θεών που αναφέρονταν ωμά στους αρχικούς μύθους. Είναι τόσο αφελής αυτή η προσπάθεια, που σχεδόν πάντα η λύση έρχεται με μια ουρανοκατέβατη παρέμβαση, και όχι με μια φυσική ροή. Σε πολλές περιπτώσεις διαφαίνονται από την αφήγηση οι άλλες παραλλαγές του μύθου, που το κοινό της Τραγωδίας γνωρίζει, και οι ποιητής προσπαθεί να διαψεύσει. Τα ίδια θα ανιχνεύσουμε και στα Ομηρικά Επη. Ο Ομηρος προσπαθεί να αποκρύψει την Τρωική εισβολή που προηγήθηκε της πολιορκίας, αλλά παρουσιάζει τον Εκτορα να γνωρίζει τις πηγές του Αργους…

Ο Παυσανίας, γνωρίζει πολλές προφορικές =λαϊκές, γνήσιες  παραλλαγές των Μύθων, (αναφέρει και μερικές) και το επισημαίνει:

«Πολλοί λένε και άλλα αναληθή, όσοι δεν γνωρίζουν την
ιστορία, και θεωρούν ακριβή όσα άκουσαν από τα παιδικά
τους χρόνια στα τραγούδια και τις τραγωδίες..»
 «γιατί οι αρχαίοι Μύθοι δεν παραδόθηκαν από [γραπτά]
 έπη, και μπόρεσαν έτσι να πλαστούν πολλά [ανακριβή]
ειδικά σχετικά με τα γένη των Ηρώων»
Αττικά, 3, 3 και 38, 7

 Η λόγια και η λαϊκή πνευματική δημιουργία, λοιπόν,  ξεκίνησαν σαν εχθροί εξ αρχής. Βέβαια, αργά η γρήγορα, η λόγια δημιουργία εξελίχθηκε, δίνοντας αυτόνομα έργα υψηλής πνοής, τόσο επιστημονικά, όσο και καλλιτεχνικά. Δεν μπορούμε να την υποτιμήσουμε σε αυτό το σημείο. Είναι αδιανόητο να σκεφτούμε την λέξη «πολιτισμός» χωρίς αυτά τα τιτάνια έργα  που παραδόθηκαν από τους αρχαίους σοφούς.

Παρά την πρόοδο αυτή,  η σχέση των λογίων με τη λαϊκή παράδοση δεν μεταβλήθηκε. Μάλιστα επιδεινώθηκε, γιατί πλέον, οι λόγιοι, έχοντας δικές τους, γερές βάσεις, αδιαφόρησαν  για,  και συκοφάντησαν τον, λαϊκό πολιτισμό. Από την Ελληνιστική και την Βυζαντινή εποχή, οι δυο γραμμές λειτούργησαν στην Ελλάδα ανεξάρτητα. Υπήρχαν τυχαίες αλληλεπιδράσεις αλλά δεν επηρέασαν την ουσία των δύο ρευμάτων. Οι βυζαντινοί λόγιοι, και σε πολύ μικρότερο βαθμό οι Αλεξανδρινοί (γι αυτό τους ονόμασαν «Γραμματικούς»)επιδόθηκαν στην μελέτη, συστηματοποίηση και σχολιασμό των αρχαίων συγγραφέων (έργο τιτάνιο, βέβαια) και δεν φαίνεται πως είχαν καιρό να κάνουν τίποτα άλλο, και κυρίως να δώσουν πρωτότυπες, δικές τους δημιουργίες.

Φτάσαμε λοιπόν στο σημείο, να υπάρχουν στην Ελλάδα δύο κόσμοι και δύο γλώσσες. Ο ίδιος ο Αυτοκράτορας, από τον 9ο αι., έλεγε «ψωμί» αλλά οι λόγιοι έγραφαν «άρτος». (είναι μια από τις ελάχιστες τεκμηριωμένες αποδείξεις της διγλωσσίας) ενώ οι ιερείς καταριώνταν τους λαϊκούς βάρδους που τραγούδαγαν Δημοτικά Τραγούδια. Ο λαϊκός πολιτισμός όμως ήταν τόσο ανθηρός, που οι λόγιοι, όσο και να το αποφεύγουν, μας δίνουν μαρτυρίες για δημοτικά τραγούδια που, φυσικά, δεν καταδέχτηκαν να καταγράψουν. Η μεγαλύτερη απόδειξη ύπαρξης του μεγάλου αυτού λαϊκού πολιτισμού ήταν η συλλογή των Δημοτικών τραγουδιών από τους λογίους –επιτέλους- τον 19ο και τον 20ο αι., σε μια εποχή, βέβαια, που είχαν ήδη αρχίσει να παρακμάζουν.

Υγιής πνευματική ζωή δεν μπορεί να υπάρξει σε ένα τόπο όπου υπάρχουν τέτοια στεγανά.  Ηδη από τον 12ο αι, ο (οι) Πτωχοπρόδρομος επιχείρησε μια σύζευξη. Αμφιλεγόμενη είναι και η καταγραφή των Ακριτικών Επών, που σα στόχο είχε (όπως και οι αρχαίοι μυθογράφοι) να δώσει μια επίφαση νομιμοφροσύνης στον ανεξάρτητο και ρέμπελο αυτό ήρωα.

Ανάλογα έργα με λαϊκή χροιά έγιναν στην περίοδο της Τουρκοκρατίας (Ερωτόκριτος – το Χρονικό του Γαλαξιδίου, κλπ) δυστυχώς όμως, πολλά ήταν ήδη επηρεασμένα από την Δύση. Στην εγγενή απέχθεια των Ελλήνων λογίων προς την λαϊκή δημιουργία, προστέθηκε και ο θαυμασμός και η μίμηση της Δύσης…

Ηταν στραβό το κλήμα, το ‘φαγε και η Αναγέννηση κι ο Διαφωτισμός…

Όπως ήδη έγραψα, η σημαντικότερη επαφή λόγιου και λαϊκού πολιτισμού ήταν η καταγραφή των Δημοτικών τραγουδιών, καθώς και η διάσωση «απομνημονευμάτων» λαϊκών αγωνιστών. Δεν έλειψαν βέβαια οι επεμβάσεις και οι κατά το δοκούν ερμηνείες, αλλά γενικά, η προσπάθεια ήταν επιστημονικά ορθή.

Η ώθηση που δόθηκε στην πνευματική μας δημιουργία ήταν ανυπολόγιστη. Δεν θα υπήρχε ούτε Σολωμός, ούτε Παλαμάς, ούτε Ελύτης ούτε Κόντογλου, ούτε Τσαρούχης, ούτε, … χωρίς την αυθεντική  καταγραφή –για πρώτη φορά στην Ελληνική Ιστορία – του λαϊκού μας πολιτισμού.

Πολύ φοβούμαι όμως πως το αίμα νερό δεν γίνεται, και οι λόγιοί μας, μετά από αυτήν την παρασπονδία κατά των Προγόνων τους, επέστρεψαν στις πατρογονικές τους συνήθειες, ενώ πλέον λαϊκός πολιτισμός δεν υπάρχει, γιατί κατέρρευσε η Κοινότητα που τον γαλουχούσε. 

Το μέλλον του πολιτισμού μας είναι αβέβαιο, όχι γιατί οι λόγιοι στρέφονται αλλού (το έχουν ξανακάνει) αλλά γιατί η Πηγή έχει στερέψει…

Δημήτρης Σκουρτέλης.