Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 29 Μαρτίου 2014

Ποίηση και ποδόσφαιρο.


Σημ. του Δ. Σκουρτέλη: Τελικά τι ομάδα ήταν ο Αναγνωστάκης; 
Απόλλων, Άρης, Άγιαξ ή ΠΑΟΚ;
Αναδημοσιεύουμε ένα δημοσιογραφικο κειμενο 
και τα πορίσματα ενος πανεπιστημιακού συνεδρίου 
για το θέμα αυτό.

Πρώτο δημοσίευμα:
Μέλος της μεγάλης Αρειανής οικογένειας υπήρξε ο γεννημένος το 1925 στη Θεσσαλονίκη, σημαντικός ποιητής και δοκιμιογράφος, Μανώλης Αναγνωστάκης.


Αναγνωστάκης: «Περιμένοντας τους παίκτες του Αρη...»

«Αρη, γλυκιά μου, αγάπη μεγάλη»
Ο Μανώλης Αναγνωστάκης δημοσίευσε σε συνέχειες στο περιοδικό «Τέταρτο» ιστορίες από την εποχή της εφηβείας του στην Θεσσαλονίκη με τον τίτλο «Η ποδοσφαιρική αυτοβιογραφία μου». Σε κάποιο σημείο γράφει: 
«Από το γήπεδο φεύγαμε τελευταίοι, περιμέναμε έξω από τα αποδυτήρια να βγουν οι παίκτες κουστουμαρισμένοι με την μπριγιαντίνη στο μαλλί. Θέλαμε να τους δούμε από κοντά για να 'χουμε να λέμε ύστερα αργά τη νύχτα καθισμένοι στα σκαλάκια της Παναγίας των Χαλκέων ο ένας στον άλλον τα κατορθώματά του. ''Εγώ απόψε ρε παιδιά μα το Θεό, άγγιξα τη φανέλα του Κλεάνθη Βικελίδη»

Ο Μ. Αναγνωστάκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και σπούδασε ιατρική. 
Το 1986 του απονεμήθηκε το Α' Βραβείο ποίησης για το έργο του «Τα Ποιήματα 1941-1971» 
και το 2002 το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας. 
Το 1997 ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
πηγή

Δεύτερο δημοσίευμα:

ΤΡΕΙΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ 
Πηγή:


Απόσπασμα από την εισήγηση “Ποίηση και ποδόσφαιρο”, στο Συνέδριο 

ΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΠΤΥΧΕΣ 
ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ 
ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ 

που οργάνωσε το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου 

(Επιστημονική Επιτροπή Συνεδρίου: Πέτρος Παπαπολυβίου, Β. Καρδάσης, Αλ. Κιτροέφ)



Κλείνοντας την εισήγησή  μας, μια θεωρητική εξέταση του πεδίου «ποδόσφαιρο και λογοτεχνία», πιστεύω ότι θα βοηθήσει  στον καλύτερο φωτισμό του αν δούμε τη θεωρητική συμβολή τριών ποιητών, οι οποίοι α) είναι ποδοσφαιρόφιλοι, β) έγραψαν ποιητικά κείμενα για το ποδόσφαιρο και γ) ταυτόχρονα έδωσαν και θεωρητικά κείμενα για το ίδιο θέμα. Οι ποιητές αυτοί είναι ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο Γιώργος Μαρκόπουλος  και ο Νάσος Βαγενάς.

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης (1925-2005), ο καταξιωμένος ποιητής της μεταπολεμικής εποχής,  που έδωσε στο ΥΓ τον εγκαιροφλεγή στίχο «τα άδεια γήπεδα»[1] ή, ακόμη τους καίριους και ευσύνοπτους στίχους: 
Το ματς της ζωής του είχε τελειώσει/ τώρα έπαιζε την παράταση, μίλησε σε συνέντευξή του για τη σχέση του με το ποδόσφαιρο[2] και έδωσε συνεργασία, το 1986,  στο ειδικό ένθετο με τίτλο «Ποδόσφαιρο» στο περιοδικό του Μάνου Χατζιδάκι Το τέταρτο. Το ένθετο αυτό αποτελούσε μια από τις πρώτες σοβαρές προσπάθειες να ιδωθεί το θέμα του ποδοσφαίρου και της έλξης του πέρα από προκατ απόψεις και ιδεοληψίες. 
Ο τίτλος της συνεργασίας του Αναγνωστάκη ήταν: “Σελίδες από την ποδοσφαιρική αυτοβιογραφία μου.[3] «Βαμμένος Παοκτζής, θεριό ανήμερο», χαρακτήρισε ο ίδιος τον εαυτό του κατά την περίοδο που ζούσε στη Θεσσαλονίκη, με την εγκατάστασή του στην ελληνική πρωτεύουσα  συνδέθηκε με τον Απόλλωνα Αθηνών. Από τα πρώτα χρόνια μου στο Γυμνάσιο δεν μπορώ να απομονώσω στη μνήμη μια Κυριακή μακριά από κάποιο γήπεδο, τονίζει στην ποδοσφαιρική αυτοβιογραφία του και μας παραθέτει πολύτιμες μαρτυρίες για τις λογικές και συνήθειες των παλιών, τότε νεαρών, φανατικών φιλάθλων. Όμως το βασικότερο κείμενο του Αναγνωστάκη για το ποδόσφαιρο έχει τίτλο: Άγιαξ, για πάντα Άγιαξ, που δημοσιεύτηκε στην Αυγή, στις 28 Οκτωβρίου 1984, με το ψευδώνυμο Αλ. Καμής, αργότερα έγινε γνωστό ότι ήταν δικό του. Ο Αναγνωστάκης χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο αυτό ως φόρο τιμής προς τον Γάλλο συγγραφέα Αλμπέρ Καμύ, ποδοσφαιρόφιλο που δήλωσε ότι η παρακολούθηση του ποδοσφαίρου τον βοήθησε στην κατανόηση του κόσμου και στην εμβάθυνση των φιλοσοφικών θεωριών του.

Στο κείμενο για τον Άγιαξ, ο Αναγνωστάκης θεωρεί ότι αυτή η ομάδα μετέβαλε το ομαδικό παιγνίδι σε έργο τέχνης, έφτασε σε δυσθεώρητα επίπεδα ποιότητας, με την έμπνευση και τη γοητεία του απρόοπτου, του αυθορμητισμού που γίνεται σοφία και της σοφίας που φαντάζει σαν αυθορμητισμός. Ήταν η Μεγάλη Κυρία των γηπέδων, πραγματική Κυρία κι όχι όπως οι ψιμυθιωμένες εταίρες των πολυεθνικών. Γιατί μετά ακολούθησε το αλισβερίσι των συστημάτων της κυριαρχίας του κόουτς-σκηνοθέτη, των αγοραπωλησιών και των λεγεωναρίων. Με άλλα λόγια η νεοφιλελεύθερη οικονομία της αγοράς.


Ο Γιώργος Μαρκόπουλος (γεν. το 1951), ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ποιητικής γενιάς του 70, φίλαθλος της ΑΕΚ[4], μας έδωσε ένα από τα καλύτερα ποιήματα που αναφέρονται στον κόσμο του ποδοσφαίρου: 
Ωδή στον παίκτη της ΑΕΚ και της Εθνικής Χρήστο Αρδίζογλου[5]. 
Το ποίημά του είναι μια ελεγεία για τον χρόνο και την πτώση, όταν ο γνωστός ποδοσφαιριστής, που συμβόλισε μια εποχή τη δόξα, την αναγνώριση και τη λατρεία των οπαδών της ομάδας του, αφήνει πια τον θρίαμβο και την αποθέωση, αποχωρεί και κρεμά τα παπούτσια των γηπέδων για να γίνει χωροφύλακας, υπάλληλος της ΔΕΗ ή του Ο.Τ.Ε., όπως συνηθιζόταν κάποτε, εκ μέρους των ποδοσφαιρικών σωματείων, η αποκατάσταση των παλαίμαχων ποδοσφαιριστών.

Διαβάζω ένα απόσπασμα από το ποίημα του Μαρκόπουλου:

Ω δεν ημπορώ να φαντασθώ το  γήρας
στα αλογίσια πόδια του παίκτου Χρήστου Αρδίζογλου.

Δεν ημπορώ να φανταθώ την ώρα
που τα παπούτσια του θενά κρεμάσει θα φύγει από τα
γήπεδα
θα σταδιοδρομήσει ως επιχειρηματίας ή χωροφύλαξ έστω
και θα βρεθεί υπό μετάθεσιν στην Αταλάντη.
Στην Αταλάντη και πάλι λέγω
όπου το παιδί του μη γνωρίζοντας από γήπεδα, «αστέγους»,
φιστίκια-αστέρια στα πανέρια των μικρών του σινεμά
θα γράφει στις εκθέσεις του
«Ο πατέρας μου εγεννήθη εις την Αθήνα.
Ήρθε εδώ λόγω της φύσης της δουλειάς του
προς αναζήτηση εργασίας
όπου μεγάλωσα κι εγώ»

Τιμή και δόξα στον παίκτη Χρήστο Αρδίζογλου
Που θα σηκώσει για άλλη μια φορά τελεσίδικα πια
όπως οι τρελοί τους επιταφίους των νεκροταφείων
την ασήκωτη μοναξιά μας, και θα φύγει.

Ο Γιώργος Μαρκόπουλος επιτέλεσε και μια θεμελιώδη εργασία για το θέμα μας, εξέδωσε το βιβλίο Εντός και εκτός έδρας Το ποδόσφαιρο στην ελληνική ποίηση.[6] Με συνέπεια και φροντίδα μελέτησε όλα τα σχετικά και μετά λόγου γνώσεως μας έδωσε την εργασία του με καίρια θεωρητική προσπέλαση και πλούσια ανθολόγηση, με εύρυθμη και ευσύνοπτη ταξινόμηση της ποδοσφαιρικής ποιητικής θεματογραφίας, που βοηθούν τον αναγνώστη στην καλύτερη πρόσληψη του θέματος.

Η σχέση αγάπης μιας ομάδας ποιητών προς το ποδόσφαιρο μας προσέφερε στίχους εξόχως πρωτότυπους, τονίζει στον πρόλογό του και, ακόμη, ότι η μελέτη του δεν είναι παρά αποτέλεσμα λατρείας προς το ποδόσφαιρο «και προς τις μαγικές και ανεξαγόραστες στιγμές ευτυχίας που μου χάρισε από τότε που κατάλαβα τον εαυτό μου και εξακολουθεί να μου χαρίζει μέχρι σήμερα.» Ακόμη, ο Γιώργος Μαρκόπουλος έδωσε στην τελευταία του ποιητική συλλογή τον τίτλο Κρυφός κυνηγός[7] έναν όρο που προέρχεται από το ποδόσφαιρο. Σημαίνει τον παίκτη εκείνο που, χωρίς να είναι εξαρχής επιφορτισμένος με την υποχρέωση του σκοραρίσματος, περιφέρεται στα αντίπαλα καρέ, με ύπουλες βλέψεις, επιτήδειες κινήσεις και απρόβλεπτη συμπεριφορά, προσδοκώντας την κατάλληλη στιγμή, που θα του δοθεί η ευκαιρία να αιφνιδιάσει την αντίπαλη άμυνα επιτυγχάνοντας το πολυπόθητο γκολ. [8]

Ο Νάσος Βαγενάς (γεν. 1945), ποιητής, κριτικός και πανεπιστημιακός φιλόλογος, εκτός από τις τρεις ιδιότητες που αναφέραμε προηγουμένως: 
α) φίλαθλος -Δόξα Δράμας, Γιουβέντους, Αρσεναλ- 
β) με ποιήματα που αναφέρονται στο ποδόσφαιρο, και 
γ) θεωρητικά κείμενα για το ποδόσφαιρο, συνενώνει ακόμη μια ιδιότητα σχετική με το θέμα μας, υπήρξε ο ίδιος ποδοσφαιριστής όταν ήταν νέος –έπαιξε στον Εθνικό Πειραιώς και στην Εθνική Νέων της Ελλάδας
Στον αθλητικό τύπο της δεκαετίας του ’60 ο μελετητής εντοπίζει και τίτλους όπως: 
Ο Εθνικός με τους Αντωνάτον, Γυφτάκην και Βαγενά ηγέτας, υπέταξεν ευχερώς την Προοδευτικήν με 1-0[9] ή: Νάσος Βαγενάς Μια «χρυσή» ελπίς του Εθνικού.[10] Τα θεωρητικά κείμενα του Νάσου Βαγενά για το ποδόσφαιρο είναι τα ακόλουθα:

Α) Ποδόσφαιρο και λογοτεχνία[11]

Β) Η ομάδα και η πόλη[12]

Γ) Ένας αντιεθνικιστικός μύθος[13]

Δ) Όψεις της βίας των γηπέδων[14].

Αρκετές από τις απόψεις που διατυπώνει ο Βαγενάς στα κείμενα αυτά γονιμοποίησαν και τη δική μου εισήγηση. Θα επιμείνω στο κείμενό του «Η ομάδα και η πόλη», που αναφέρεται στην Δράμα και στην ομάδα της,[15] τη Δόξα Δράμας, η οποία, στα τέλη της δεκαετίας του ’50 και στις αρχές της δεκαετίας του ’60 κατέστη κυριολεκτικά θρυλική. 
Αυτήν την περίοδο, που ακολούθησε τον εμφύλιο, η Δόξα Δράμας «επιτελούσε λειτουργίες πολύ περισσότερες από εκείνες που αναμένονται από μια ποδοσφαιρική ομάδα». 
«Η Δόξα ήταν ο συναισθηματικός κρίκος που συνέδεε τα μέλη της κοινότητας, το συνεκτικό στοιχείο του κοινωνικού ιστού της. Το γήπεδο της Δόξας ήταν ένας τόπος πράυνσης και κάθαρσης των παθών, κυρίως των πολιτικών, που ήταν ιδιαίτερα οξυμμένα τότε». 
Με άλλα λόγια, όλες οι πολιτικές παρατάξεις της πόλη, που διχάστηκε και μάτωσε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, συναντιούνταν και συμπορεύονταν στην κοινή αγάπη για τη Δόξα Δράμας, ταυτιζόμενες με την ομάδα της πόλης τους και περιβάλλοντάς την με την στοργή και το ενδιαφέρον τους, επούλωναν και τις πληγές της εμφύλιας σύρραξης.[16]

Τα πράγματα εξελίχτηκαν διαφορετικά στην Κύπρο. Ενώ στην Ελλάδα οι τοπικές ομάδες συνένωναν τον τοπικό πληθυσμό και συντελούσαν στην υπέρβαση του εμφυλίου και των παθών του, στην Κύπρο, η διάσπαση του 1948, λόγω του ελληνικού εμφυλίου, συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Δεν έχουμε τοπικές ομάδες, ομάδες της πόλης, αλλά κομματικά τοποθετημένες ομάδες. 

Στο κυπριακό ποδόσφαιρο σημειώνεται κάτι το εκπληκτικό, εν έτει 2013,  συνεχίζεται ο εμφύλιος της Ελλάδας, 64 χρόνια μετά τη λήξη του. 

Και εδώ μπορούμε να δούμε μια συνισταμένη της κυπριακής ιδιαιτερότητας και του πολιτικού επαρχιωτισμού μας, που μπορεί να συντελέσει στην κοινωνική αυτογνωσία μας. Τα κόμματα γνωρίζουν ότι οι αποφάσεις και οι πρακτικές τους μπορεί κάποτε να προκαλέσουν αγανάκτηση και απομάκρυνση των οπαδών τους, όμως αυτοί την ομάδα τους δεν την εγκαταλείπουν ποτέ. Έτσι, όταν περάσει η περίοδος της αγανάκτησης και απαξίωσης, για κάποια συγκεκριμένη κομματική στάση και πρακτική, μπορούν, από τον χώρο της ομάδας που πρόσκειται σ’ αυτά, -το κόμμα και η ομάδα αποτελούν συγκοινωνούντα δοχεία- να επαναφέρουν πίσω τους δυσφορήσαντες και απομακρυνθέντες ψηφοφόρους τους.

Κλείνω με την παράθεση ενός ποιητικού αποσπάσματος του Νάσου Βαγενά, αφού δώσω την εξωτερική πληροφορία ότι στους ποδοσφαιρικούς κύκλους θεωρείται ότι όταν βρέχει και ο χλοοτάπητας είναι βρεγμένος η Άρσεναλ παίζει με έμπνευση και δυναμισμό, καθίσταται ακαταμάχητη: 
Γράφει ο Βαγενάς:

Ο χρόνος παίζει άνετα στο δέρμα μου,
όπως  η Άρσεναλ σε βρεγμένο γήπεδο
σκοράροντας ακατάπαυστα. Και το στήθος μου
γεμίζει χώμα συνεχώς.

Στο ποίημα αυτό ο Νάσος Βαγενάς συναιρεί ευσύνοπτα ένα από τα βασικά γνωρίσματα της ποιητικής ποδοσφαιρικής θεματογραφίας.

Ο χρόνος – θάνατος όμως δεν κάθεται στις κερκίδες με την άνεση του παρατηρητή που παρακολουθεί σίγουρος τη φθορά και την πτώση του ποδοσφαιριστή, του παιγνιδιού και του γηπέδου. Ο χρόνος –θάνατος είναι η αντίπαλη ομάδα, που παίζει με νεύρο στο γήπεδο του κορμιού μας.



Σας ευχαριστώ.



[1] ) Βλ. και Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, «Τα άδεια γήπεδα. Το παιχνίδι στην ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη», κεφάλαιο στο βιβλίο του Τα άδεια γήπεδα. Ποιητικές κριτικές δοκιμές, εκδ. Σοκόλη, Αθήνα 1994, σ. 143-149 [όλες οι αναφορές γίνονται σε στίχους από το ΥΓ. του Μανόλη Αναγνωστάκη]

[2]) Το αληθινό πρόσωπο των ποιητών. Μια συνομιλία του Μανόλη και της Νόρας Αναγνωστάκη με τον ποιητή Θέμη Λιβεριάδη στην Αθήνα το 1996, περ. Ενενήντα Επτά του Οργανισμού “Θεσσαλονίκη, Πολιτιστική Πρωτεύουσα 1997”, Θεσσαλονίκη, Δεκέμβριος 1996, αρ. 7, βλ. και Γιάννης Η. Παππάς, Αρχίζει το ματς Το ποδόσφαιρο στη λογοτεχνία, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2010, σ. 56-58.
[3] ) Μανόλης Αναγνωστάκης, Σελίδες από την ποδοσφαιρική αυτοβιογραφία μου, περ. Το Τέταρτο, Αθήνα, Ιούλιος 1986, αρ. 15, σ. 14-15.
[4] ) Σωτήρης Κακίσης, Ένωσις (το εγχειρίδιο του κακού ΑΕΚτζή), εκδ. Αιγαίον, Λευκωσία 2011, σ.11
[5]) Γιώργος Μαρκόπουλος, Ιστορία του ξένου και της λυπημένης, εκδ. Υάκινθος, Αθήνα 1987, βλ. τώρα Γιώργος Μαρκόπουλος, Ποιήματα (1968-1987), εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1992, σ. 82-84.
[6] ) Γιώργος Μαρκόπουλος, Εντός και εκτός έδρας Το ποδόσφαιρο στην ελληνική ποίηση, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2006. Η πρώτη μορφή του κειμένου του αυτού δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Η λέξη, Αθήνα, Μάρτιος-Απρίλιος 2000, αρ. 156, σ. 218-265. Βλ. και σχετικά κείμενα του Γιώργου Μάρκοπουλου:
α) Το ποδόσφαιρο και ο ποιητής. Στάσεις και ενστάσεις των Ελλήνων ποιητών. Προσπάθεια καταγραφής, εφ. Η Καθημερινή, Αθήνα 4 Οκτωβρίου 1998, ένθετο 7 Ημέρες, σ. 21-22.
β) Ω τι στιγμές μου χάρισες και μου χαρίζεις, εφ. Ελευθεροτυπία, Αθήνα, 26 Ιουνίου 1998 (ένθετο: Βιβλιοθήκη)

[7]) Γιώργος Μαρκόπουλος, Κρυφός κυνηγός, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2010
[8]) Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Τα νέα ποιήματα του Γιώργου Μαρκόπουλου, [Βιβλιοθήκη] Ελευθεροτυπία, Αθήνα, 2 Οκτωβρίου 2010
[9]) Κείμενο του Δ. Χαμπάλογλου δημοσιευμένο στην εφ. Το φως των σπορ, Αθήνα 19 Απριλίου 1962.
[10]) Κείμενο του Άρη Μελισσινού, εφ. Το φως των σπορ, Αθήνα, 22 Μαρτίου 1962. Για τα δημοσιεύματα που σχετίζονται με την ποδοσφαιρική δραστηριότητα του Νάσου Βαγενά και δημοσιεύτηκαν στις εφημερίδες Η Φωνή του Εθνικού, Το Φως των σπορ, Αθλητική Ηχώ, Τα Νέα του Εθνικού, βλ. Σάββας Παύλου, Βιβλιογραφία Νάσου Βαγενά, Κέντρο Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου, Λευκωσία 2010, σ. 193-194.
[11]) εφ. Το Βήμα, Αθήνα, 31/7/1994 [= Νάσος Βαγενάς, Σημειώσεις από το τέλος του αιώνα, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1999, σ. 132]
[12] ) εφ. Το Βήμα, Αθήνα, 27/10/1996 [= Νάσος Βαγενάς, Σημειώσεις από το τέλος του αιώνα, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1999, σ. 228)
[13]) εφ. Το Βήμα, Αθήνα, 11/7/2010[= Νάσος Βαγενάς, Σημειώσεις από την αρχή του αιώνα, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2013, σ. 273-277)
[14] ) εφ. Το Βήμα, Αθήνα, 27/2/2011[= Νάσος Βαγενάς, Σημειώσεις από την αρχή του αιώνα, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2013, σ. 286-289) Η ποδοσφαιρική βία «εξελίχθηκε στη σημερινή βαρβαρότητα από τη στιγμή που το επαγγελματικό ποδόσφαιρο μπήκε στην τροχιά μιας νέας, και κεντρικής, βαρβαρότητας: στον μηχανισμό της νεοφιλελεύθερης λειτουργίας της αγοράς».
[15] ) Το κείμενο του Ν. Βαγενά γράφτηκε με αφορμή την έκδοση του λευκώματος Δόξα Δράμας 1918- 1965, Δράμα 1996.
[16] ) Τη συμβολή της Δόξας Δράμας στην υπέρβαση των παθών του εμφυλίου, με τη λειτουργία της ως δεσμού συνεργασίας και ομόνοιας, τονίζει και ο Βασίλης Τσιαμπούσης στο κείμενο του: Οι μαυραετοί του Βορρά, εφ. Η Καθημερινή, Αθήνα 4 Οκτωβρίου 1998, ένθετο 7 Ημέρες, σ.19

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2014

"Άξιον Εστί", Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση


ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ (1959)

Πλεονάκις επολέμησάν με εκ νεότητός μου

και γαρ ουκ ηδυνήθησάν μοι

ΨΑΛΜΟΣ ΡΚΗ'


Η ΓΕΝΕΣΙΣ



ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ το φως Και η ώρα η πρώτη

που τα χείλη ακόμη στον πηλό
δοκιμάζουν τα πράγματα του κόσμου
Αίμα πράσινο και βολβοί στη γη χρυσοί
Πανωραία στον ύπνο της άπλωσε και η θάλασσα
γάζες αιθέρος τις αλεύκαντες

κάτω απ' τις χαρουπιές και τους μεγάλους όρθιους φοίνικες
Εκεί μόνος αντίκρισα
τον κόσμο
κλαίγοντας γοερά

Η ψυχή μου ζητούσε Σηματωρό και Κήρυκα
Είδα τότε θυμάμαι
τις τρεις Μαύρες Γυναίκες
να σηκώνουν τα χέρια κατά την Ανατολή
Χρυσωμένη τη ράχη τους και το νέφος που άφηναν
λίγο λίγο σβήνοντας

δεξιά Και φυτά σχημάτων άλλων
Ήταν ο ήλιος με τον άξονά του μέσα μου
πολυάχτιδος όλος που καλούσε Και
αυτός αλήθεια που ήμουνα Ο πολλούς αιώνες πριν
Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά Ο άκοπος απ' τον ουρανό
Ένιωσα ήρθε κι έσκυψε
πάνω απ' το λίκνο μου
ίδια η μνήμη γινάμενη παρόν
τη φωνή πήρε των δέντρων, των κυμάτων:

«Εντολή σου» είπε «αυτός ο κόσμος
και γραμμένος μες στα σπλάχνα σου είναι
Διάβασε και προσπάθησε
και πολέμησε» είπε
«Ο καθείς και τα όπλα του» είπε
Και τα χέρια του άπλωσε όπως κάνει

νέος δόκιμος Θεός για να πλάσει μαζί αλγηδόνα κι ευφροσύνη.
Πρώτα σύρθηκαν με δύναμη

και ψηλά πάνω από τα μπεντένια ξεκαρφώθηκαν πέφτοντας
οι Εφτά Μπαλτάδες

καταπώς η Καταιγίδα
στο σημείο μηδέν όπου ευωδιάζει
απαρχής πάλι ένα πουλί
καθαρό παλιννοστούσε το αίμα
και τα τέρατα έπαιρναν την όψη ανθρώπου

Τόσο εύλογο το Ακατανόητο

Ύστερα και οι άνεμοι όλοι της φαμίλιας μου έφτασαν
τ' αγόρια με τα φουσκωμένα μάγουλα
και τις πράσινες πλατιές ουρές όμοια Γοργόνες

και άλλοι γέροντες γνώριμοι παλαιοί
οστρακόδερμοι γενειοφόροι

Και το νέφος εχώρισαν στα δύο Και αυτό πάλι
στα τέσσερα
και το λίγο που απόμεινε φύσηξαν και ξαπόστειλαν
στο Βορρά
Με πλατύ πάτησε πόδι στα νερά και αγέρωχος ο μέγας
Κούλες
Η γραμμή του ορίζοντα έλαμψε
ορατή και πυκνή και αδιαπέραστη

ΑΥΤΟΣ ο πρώτος ύμνος.

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

Η πρώτη ποιήτρια της Ιστορίας


Ενχεντουάννα



Η Ενχεντουάννα ήταν η πρώτη γνωστή ποιήτρια της Ιστορίας 2285-2250 π.Χ. 
«Εν» σημαίνει «Αρχιέρεια», «Χεντού» σημαίνει «κόσμημα» συνεπώς το όνομά της ερμηνεύεται ως: «Η Αρχιέρεια που είναι το κόσμημα του θεού Αν»
Ηταν μια πριγκίπισσα της Ακκαδίας και Αρχιέρεια της θεάς του φεγγαριού Νάννα, ένα λειτούργημα με πολιτική σημασία, μια που εκεί συχνά ανέρχονταν οι βασιλοκόρες. 
Η Ενχεντουάννα ήταν η θεία του Ακκάδιου βασιλιά Ναράμ-σιν , και είναι μια από τις πρώτες γυναίκες της Ιστορίας που γνωρίζουμε με το όνομά της.
Οι ειδικοί την θεωρούν πιθανά σαν τον πρώτο συγγραφέα και ποιητή , ανεξαρτήτως φύλου, που έγινε γνωστός. Υπηρέτησε ως Αρχιέρεια, διορισμένη από τον πατέρα της, τον βασιλιά Σαργκόν της Ακκαδίας, την τρίτη χιλιετία προ Χριστού. Μητέρα της ήταν η βασίλισσα Τασχουτλούν.
Η Ενχεντουάννα μας άφησε ένα σώμα λογοτεχνικών έργων που περιλαμβάνουν κυρίως προσωπικούς ύμνους στη θεά Ινάννα καθώς και μια σειρά ύμνων που ονομάζονται «Υμνοι των Σουμεριακών Ναών». Αυτοί θεωρούνται σαν μια από τις πρώτες προσπάθειες θεολογικής συστηματοποίησης. Μερικοί της αποδίδουν και άλλα έργα.
Η Ενχεντουάνα διορίστηκε ως Αρχιέρεια από τον Σαργκόν σε μια προσπάθεια να ενισχύσει την εξουσία του στο Νότο, όπου ήταν η πόλη Ουρ. Κράτησε την θέση της και κατά την βασιλεία του αδελφού της Ριμούς, όπου όμως φαίνεται πως μπλέχτηκε σε κάποια πολιτική αναταραχή, καθαιρέθηκε και επανήλθε. Αυτά τα ανιστορεί στην σύνθεσή της «Η εξύμνηση της Ινάννα», δηλ την εξορία της από την Ουρ και την επιστροφή της. Αυτά συνδέονται και με την «Κατάρα του Ακκάδ» όπου ο Ναραμ-σιν -που ίσως αρχιεράτευσε και στις μέρες του- δέχεται κατάρες και εξορίζεται από τον Ενλίλ. 
Μετά θάνατον, η Ενχεντουάννα συνέχισε να μνημονεύεται και πιθανά ανακηρύχθηκε ως ημίθεα.
Η Ενχεντουάνα είναι πολύ γνωστή από αρχαιολογικά ευρήματα . Στο βασιλικό κοιμητήριο της Ουρ βρέθηκαν δυο σφραγίδες με το όνομά της, που ανήκαν σε υπηρέτριές της , και ανήκουν στην εποχή του Σαργκόν. Επίσης βρέθηκε στην Ουρ ένας δίσκος από αλάβαστρο με την μορφή και το όνομά της, εκεί όπου ήταν η κατοικία της Αρχιέρειας. Βρέθηκε και ένα άγαλμα στην πόλη Ισίν-Λάρσα (2000-1800 πΧ.) δίπλα σε ένα της Αρχιέρειας Εναννατούμμα. Στη Νιππούρ, στην Ουρ, και πιθανά στο Λαγκάς, κρατούσαν αντίγραφα των έργων της εκατοντάδες χρόνια μετά τον θάνατό της μαζί με βασιλικές επιγραφές, πράγμα που σημαίνει πως ήταν παρόμοιας ή και ίσης αξίας με αυτές.
Η Ενχεντουάννα συνέθεσε 42 ύμνους για ναούς που απλώνονταν από την Σουμερία μέχρι το Ακκάδ περιλαμβανομένων το Εριντού, Σιππάρ και Ενσούννα. Τα κείμενα έχουν διασωθεί από 37 πινακίδες από την Ουρ και Νιππούρ, που οι περισσότερες χρονολογούνται στην πρώιμη Βαβυλωνιακή περίοδο. Ονομάζονται συνολικά «Σουμεριακοί ύμνοι των ναών». Ηταν η πρώτη ανάλογη προσπάθεια και η Ενχεντουάννα γράφει: «Βασιλιά, κάτι έγινε που δεν ξανάγινε πριν». Η διατήρηση των ύμνων της σε αντίγραφα, δείχνει ότι βρίσκονταν σε χρήση και μετά τον θάνατό της, και έχαιραν μεγάλης εκτίμησης. Άλλο περίφημο έργο της είναι «Η εξύμνηση της Ινάννα» (Νιν-με-σαρ-ρα) που είναι προσωπική εξομολόγηση στη θεά Ινάννα και περιγράφει με λεπτομέρειες την εξορία της από την Ουρ.
Το κύρος της Ενχεντουάννα θέτει το θέμα της γυναικείας λογοτεχνίας στην αρχαία Μεσοποταμία. Εκτός από αυτήν, γνωρίζουμε γυναίκες των βασιλέων που παράγγελναν και πιθανά έγραφαν ποίηση, ενώ η θεά Νιντάμπα εμφανίζονταν ως γραφεύς. Ο Leick σημειώνει πως «σε ένα βαθμό, τα επίθετα των γυναικείων θεοτήτων της Μεσοποταμίας αντικατοπτρίζουν την πολιτιστική και κοινωνική θέση των γυναικών στον Αρχαίο Κόσμο».

Το άρθρο αυτό μεταφράστηκε από τον Δημητρη Σκουρτέλη για την Βικιπαίδεια από την Αγγλική και δημοσιεύθηκε Εδώ

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

Γκουίντο Καβαλκάντι




Ο Γκουίντο Καβαλκάντι (1250-1300) ήταν Ιταλός διανοούμενος,  ποιητής και τροβαδούρος, φίλος του Δάντη Αλιγκιέρι, τον οποίο επηρέασε. Ο μεγάλος ποιητής καταδίκασε όμως στην «Κόλασή» του τον πατέρα του Καβαλκάντι (που ήταν και αυτός φιλόσοφος) ως άθεο και Επικούρειο.

Ο Καβαλκάντι γεννήθηκε στην Φλωρεντία. Ανήκε στο γένος των Γουέλφων που εμπλέκονταν σε μακρόχρονη βεντέτα με το γένος των Γιβελλίνων. Η διαμάχη αυτή  αφορούσε το νεοεμφανιζόμενο αστικό στοιχείο (έμποροι κλπ) που εκπροσωπούσαν οι Γουέλφοι και το αριστοκρατικό που εκπροσωπούσαν οι αντίπαλοί τους, Οι Γουέλφοι επικράτησαν το 1289 και στη συνέχεια άρχισαν να μάχονται μεταξύ τους. Σαν μέρος πολιτικών και οικονομικών συμβιβασμών ο Καβαλκάντι παντρεύτηκε μια κόρη Γιβελλίνων και έγινε αρχηγός τους. Τελικά δεν απέφυγε τη εξορία και πέθανε από πυρετό (ελονοσία;) προσπαθώντας να επιστρέψει στην πατρίδα του. 



Ο έρωτας που υμνεί στα ποιήματά του ο Κ. έρχεται σε αντίφαση με τον προσυμφωνημένο γάμο του.  Όπως και στα τραγούδια των προγενέστερων τροβαδούρων, ο αποκαλούμενος «ιπποτικός» ή ευγενής» έρωτας, (“amour courtois” ή “courtly love”) στην ποίηση του Καβαλκάντι, δεν νοείται μέσα στο γάμο.

Ο Ιταλός ποιητής εξέφραζε με καινοτομίες το νέο αστικό περιβάλλον που πρόβαλλε στα πλαίσια της ιταλικής Αναγέννησης. Ήταν ο κύριος εκπρόσωπος του κινήματος Dolce stil novo (Νέο γλυκό ύφος).  Μέλη αυτού του κινήματος ήταν οι: Γκουίντο Γκουινιτσέλι, Δάντης,  Τσίνο ντα Πιστόια,  Λάπο Τζάνι,  Τζάνι Αλφάνι,  Ντίνο Φρεσκομπάλντι και άλλοι.

Αν και το κίνημα σχετίζονταν με τους τροβαδούρους, διέφερε γιατί  ήταν μια ποίηση αστική και όχι αριστοκρατική. Επιπλέον εξερευνούσε τις φιλοσοφικές, ψυχολογικές, κοινωνικές και  πνευματικές προεκτάσεις του έρωτα. Μέσα στη πολυδιασπασμένη Ιταλία επέλεγε την ντόπια γλώσσα (vernacular) εκφράζοντας παράλληλα τον προσωπικό λυρισμό του ποιητή. 
Χρησιμοποιούσε τις φόρμες του σονέτου, της μπαλάντας και του καντσόνε.   




Ερωτική Μπαλλάντα
VIII

Βρισκόμουνα μέσα στο πνεύμα της αγάπης,
όταν συναπαντήθηκα με δυο νεαρούλες
μια τραγουδούσε:
«μες στην καρδιά μας βρέχει αγάπη».

Ήταν τόσο γλυκιές, τόσο σεμνούλες,
τόσο πράες με το ευγενικούλι πρόσωπό τους,
που εγώ τους είπα: «Τα υψηλά ιδανικά εσείς τα κρατάτε.
Αχ, ομορφούλες, μη με περιπαίζετε,
για την πληγή που έχω εντός μου
και την καρδιά νεκρή,
αγ’ ότου πήγα στην Τουλούζη».

Έστρεψαν τη ματιά τους κατά μένα μόλις,
για να μπορούν να δουν πόσο είμαι πληγωμένος,
και πώς ένα μικρούλι πνεύμα από το κλάμα
έβγαινε μέσα απ’ της πληγής τα βάθη.
Επειδή μ’ είδανε αποκαμωμένο,
αυτή που γέλασε είπε:
«Κοίτα πώς η αγάπη έχει αποκάμει
αυτόν τον άνθρωπο!»

Η άλλη, γεμάτη λύπη κι ευσπλαχνία και καμωμένη
με την εικόνα του ίδιου του Έρωτα είπε:
«Η πληγή που δεν καρδιά σου φέρνεις
έγινε από ματιά όλο φλόγα κι όλο πάθος,
κι άφησε μες στα μάτια σου μια λάμψη
που ούτε κι εγώ μπορώ να την αντέξω.
Πες μου, θυμάσαι εκείνη τη ματιά;
Θυμάσαι;»

Στη σκληρή ερώτησή της εγώ είπα:
«Κόρη, η θύμησή μου πάει στην Τουλούζη,
που μια γυναίκα με κορδέλες, όλο χάρη
και λυγερή πολύ,
και που στο πνεύμα του Έρωτα τη λέγανε Μαντέτα,
με χτύπησε σαν κεραυνός
με τα δικά της μάτια,
απ’ όπου κι η πληγή μου!»

Ύστερα ευγενικά πολύ μου λέει
αυτή που γέλασε: «Η γυναίκα
που στην καρδιά σου έχει χαράξει τη θωριά της,
με τη δύναμη του Έρωτα σε κοίταξε
τόσο βαθιά στα μάτια,
που εκεί πρόβαλε ο Έρωτας.
Αν υποφέρεις τώρα
σ’ αυτόν να αποταθείς!»

Γρήγορα πίσω στην Τουλούζη, μπαλλαντούλα.
Φανερώσου ήσυχα κάτω από τη Ντοράντα
και φώναξε παρακαλώντας
κάποια ωραία δεσποσύνη να σε πάει
στη χάρη εκείνης που σε στέλνω
κι αν ευδοκήσει να σε δει,
πες της, με χαμηλή φωνή:
«Την ευσπλαχνία ζητώ, μονάχα εκείνη».

μετάφραση Ρήγας Καπάτος



Σονέτο από τις «Rime»

Γιατί δεν τυφλωνόμουνα, νάσβηνε πια
Η όραση, το φως των δυο ματιών μου
Να μην περνούσε μέσα τους εκείνη στο μυαλό μου
Να μη ρωτούσε αν την έχω στην καρδιά

Μπρος στα καινούρια βάσανα, λοιπόν
Μ’έπιασε φόβος άσχημος, φόβος οξύς
«Βοήθα με γυναίκα», είπε η φωνή μου της ψυχής
«Άλλο να μην πονούν τα μάτια μου ούτ’ εγώ»

Εσύ έτσι τα παράτησες και ήρθε ο Έρως
Επάνω τους να κλάψει με συμπόνια
Ώσπου ακούστηκε φωνή βαθιά

και είπε: όποιος αισθάνεται μεγάλο πόνο
αυτόν εδώ ας δει και της καρδιάς το μέρος
που ο Θάνατος στο χέρι του κρατά, χαρακωμένο σταυρωτά.

Μτφρ. Λητώ Σεϊζάνη

Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2014

Το "Μυθιστόρημα της Τροίας". Τα ομηρικά έπη στην μεσαιωνική Δύση


Εικονογράφηση του "Μυθιστορήματος της Τροίας"

Κατά τον Μεσαίωνα, τα αρχαία ελληνικά και ρωμαϊκά λογοτεχνικά έργα διαδόθηκαν, κυρίως, μέσω του Βυζαντίου σε ολόκληρο το γεωγραφικό πλάτος της Ευρώπης. Τα έπη του Ομήρου αλλά και η αρχαία ελληνική ιστορία, επηρέασαν την λογοτεχνία της μεσαιωνικής Ευρώπης.

Οι αφηγήσεις των λογοτεχνικών έργων που γεννήθηκαν έτσι στη Δύση, συγκεντρώθηκαν σε θεματικούς κύκλους, τον Μέγα Αλέξανδρο, τις Θήβες, και κυρίως τον τρωικό πόλεμο. Ο τρωικός κύκλος είχε ιδιαίτερη σημασία, γιατί υπήρχε διαδεδομένη και η αντίληψη ότι οι Δυτικοί, και ειδικά οι βασιλικοί τους οίκοι, ήταν απόγονοι Τρώων. Τα αρχαία έπη διασκευάστηκαν τόσο πολύ στην Δύση, ώστε οι ήρωες παριστάνονται ως μεσαιωνικοί ιππότες. Το λογοτεχνικό αυτό είδος ευδοκίμησε, από τον 11ο ως τον 14ο αιώνα μ.Χ.

Γενικά, αυτά τα έργα είναι φιλοτρωικά, και  εκφράστηκαν έμπρακτα κατά την Τέταρτη Σταυροφορία, όταν οι Δυτικοί, και ειδικά οι Ιταλοί, αισθάνονταν ως εκδικητές της Τροίας. Ο θάνατος του Έκτορα, για παράδειγμα περιγράφεται ως προερχόμενος από πισώπλατη κονταριά του Αχιλλέα, την ώρα που ο Τρώας ήρωας σκύβει για να πάρει τα όπλα ενός πεσμένου αντιπάλου. Ο Βέλγος φιλόλογος Gregoire ανακάλυψε αντιβυζαντινά στοιχεία ακόμη και στο πολύ αρχαιότερο έπος του Ρολάνδου.


Εικονογράφηση του "Μυθιστορήματος της Τροίας"

Η πρώτη μεσαιωνική αφήγηση για τον τρωικό πόλεμο είναι ανώνυμη, και έχει τον τίτλο «Ιστορία περί της καταστροφής της Τροίας». Μερικά ενδεικτικά έργα αυτής της ενότητας είναι το «Μυθιστόρημα της Τροίας» ("Le Roman de Troie") που έγραψε το 1165 μ.Χ ο Γάλλος Μπενουά ντε Σαιντ Μωρ (Benoît de Sainte-Maure), ο «Τρωικός πόλεμος» που γράφτηκε από τον Γερμανό φον Βύρτσμπουργκ το 1280 και το ανώνυμο «Τρωικό χρονικό» που γράφτηκε στην Ισπανία το 1350.

Φυσικά, δημιουργήθηκαν δεκάδες ακόμη τέτοια έργα, που αφορούν και το Μέγα Αλέξανδρο και τις Θήβες. Το παλαιότερο έργο σχετικό με τον Αλέξανδρο γράφτηκε τον 11ο αιώνα μ.Χ στη Γαλλία από τον Αλβέριχο της Μπριανσόν.


Εικονογράφηση του "Μυθιστορήματος της Τροίας"
Η νεκρή αμαζόνα Πενθεσίλεια


"Το Μυθιστόρημα της Τροίας" (Le Roman de Troie) (1160-1170) του Γαλλονορμανδού  Benoît de Sainte-Maure, 40,000 στίχων, γράφτηκε σε  οκτασύλλαβο. Αφιερώνεται σε μια «πλούσια κυρία ενός πλούσιου βασιλιά» πού μάλλον είναι η Ελεονώρα της Ακουιταίνης . Πιθανά, ο ίδιος έγραψε και «Το χρονικό των Δουκών της Νορμανδίας».

Ο ποιητής στο «Μυθιστόρημα της Τροίας», διασκευάζει  τις αφηγήσεις του Δίκτυ του Κρητός και του Δάρη του Φρύγα για τον τρωικό πόλεμο που τον Μεσαίωνα πιστεύονταν αυθεντικότερες του Ομήρου, ο οποίος είχε κατηγορηθεί για ψεύδη και μυθοπλασίες, αλλά και για φιλελληνισμό. Και στο Βυζάντιο την ίδια περίοδο, η ελληνική παραλλαγή των αφηγήσεων του Δίκτυ και του Δάρη για τον τρωικό πόλεμο, με φιλελληνικό χαρακτήρα βέβαια (χαμένη σήμερα) θεωρείτο αυθεντικότερη του Ομήρου γιατί δεν περιείχε μυθικά και φανταστικά στοιχεία. Αλλή πηγή του  "Roman de Troie" θεωρείται το (φθαρμένο σήμερα) χρονικό  "Excidium Troie".


Εικονογράφηση του "Μυθιστορήματος της Τροίας"
Ο γιος του Αχιλλέα Πύρρος (Νεοπτόλεμος) χρίεται... ιππότης

Η υπόθεση του "Μυθιστορήματος" απευθύνεται σε αριστοκρατικό κοινό, και διασκευάζεται σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα του ιπποτισμού και του "ιπποτικού έρωτα" με ένα υποτιθέμενο ερωτικό τρίγωνο ανάμεσα στον Τρώα Τρωίλο, τον Διομήδη και την κόρη του μάντη Κάλχα. (ο οποίος θεωρείται Τρώας αποστάτης, όπως αναφέρουν και ελληνικές πηγές) Η ιστορία αυτή πέρασε στον Βοκκάκιο ("Ιl Filostrato") στόν Τσώσερ ("Criseyde") και τελικά στον Σαίξπηρ ("Troilus and Cressida") Το "Μυθιστόρημα" μεταφέρθηκε και στα Ελληνικά ως «Ο Πόλεμος της Τρωάδος», (ανωνύμου) ως παράφραση του «Roman de Troie» και είναι το μεγαλύτερο από τα ποιήματα του Είδους στην Ελλάδα


Εικονογράφηση του "Μυθιστορήματος της Τροίας"

Ελληνικά παράλληλα, μιμήσεις της εκτεταμένης Μεσαιωνικής Δυτικής φιλολογίας περί των τρωικών, είναι και η «Αχιλληίς», επικό ποίημα όπου ο Αχιλλέας παριστάνεται σαν μεσαιωνικός ιππότης, η «Διήγησις γεναμένη εν Τροία» (15ος αιώνας) και η «Ιλιάδα» του Κωνσταντίνου Ερμονιακού. Ελάχιστη σχέση έχουν βέβαια όλα αυτά με την ομηρική αφήγηση.

Ταυτόχρονα, τόσο στην Δύση όσο και το Βυζάντιο, ξεκίνησε η καταγραφή (και δυστυχώς και η διασκευή) των νέων (για την εποχή)  επών, δηλ του Διγενή Ακρίτα, του Αρμούρη, του Αρθούρου, του Λάνσελοτ, του Τριστάνου, των Νιμπελούνγκεν, κλπ. Οπως φάνηκε, τελικά αυτά είναι που επιβίωσαν και συγκινούν ως τις μέρες μας, και όχι τα "Ελληνοτρωικά" μυθιστορήματα, που δεν φαίνεται να είχαν την απήχηση των λαϊκών επών.








Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

ARTHUR RIMBAUD ANTIQUE

  Χαριτωμένε γιε του Πάνα!! Γύρω από το στεφανωμένο με ανθάκια και δαφνοκέρασα μέτωπό σου τα μάτια σου, πολύτιμες μπάλες, κινούνται ανήσυχα. Κηλιδωμένα με καστανόχρωμο κατακάθι κρασιού, τα μάγουλά σου είναι κοίλα. Τα σκυλόδοντά σου λάμπουν Το στήθος σου μοιάζει με λύρα, δονήσεις διατρέχουν τα ξανθά σου μπράτσα. Η καρδιά σου χτυπά μες σ’ εκείνη την κοιλιά όπου κοιμάται το διπλό φύλο. Προχώρα μες στη νύχτα, λικνίζοντας γλυκά το μηρό σου, αυτό τον δεύτερο μηρό και εκείνη την αριστερή σου γάμπα.
απόσπασμα από τις Εκλάμψεις
μτφρ: Ιωάννα Αβραμίδου

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2014

”Κάπου όμως μες στον κόσμο ήταν η καρδιά σου που χτυπούσε.” Απαγγέλλει ο ίδιος ο Τάσος Λειβαδίτης

Πηγή: http://www.literature.gr



Ο Τίτος Πατρίκιος, φίλος και συνεργάτης του Λειβαδίτη, έχει πει ότι ήταν τόσο αφοσιωμένος στην ποίηση ώστε όσα ποιήματα του έστελναν «τα διάβαζε όλα ως το κόκαλο και όσο μεγαλύτερη αξία τους έβρισκε, τόσο την αναγνώριζε και τη διακήρυσσε». 
O  Τάσος Λειβαδίτης τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο ποίησης στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας στη Βαρσοβία (1953 για τη συλλογή του «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου»), έλαβε το πρώτο βραβείο ποίησης του Δήμου Αθηναίων (1957 για τη συλλογή του «Συμφωνία αρ.Ι»), το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1976 για τη συλλογή «Βιολί για μονόχειρα»), και το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1979 για το «Εγχειρίδιο ευθανασίας»).
Ακούμε τον ίδιο τον ποιητή  να απαγγέλλει  τον Ερωτικό.  Στην κιθάρα ο Δημήτρης Φάμπας.
 Ναι αγαπημένη μου. Πολύ πριν να σε συναντήσω, εγώ σε περίμενα. Πάντοτε σε περίμενα. Σαν ήμουνα παιδί και μ’ έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου, έσκυβε και με ρωτούσε: τι έχεις αγόρι μου; Δε μίλαγα. Μονάχα κοίταζα πίσω απ’ τον ώμο της έναν κόσμο άδειο από σένα, και καθώς πηγαινόφερνα το παιδικό κοντύλι ήταν για να μάθω να σου γράφω τραγούδια…
Όταν ακούμπαγα στο τζάμι της βροχής ήταν που αργούσες ακόμα. Όταν τη νύχτα κοίταζα τ’ αστέρια ήταν γιατί μου λείπανε τα μάτια σου. Κι όταν χτύπαγε η πόρτα μου κι άνοιγα δεν ήτανε κανείς. Κάπου όμως μες στον κόσμο ήταν η καρδιά σου που χτυπούσε. Έτσι έζησα, πάντοτε.
Κι όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά, θυμάσαι; Μου άπλωσες τα χέρια τόσο τρυφερά σα να με γνώριζες από χρόνια. Μα και βέβαια με γνώριζες. Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου, είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου, αγαπημένη μου…
…Αλήθεια εκείνη η άνοιξη, εκείνο το πρωινό, εκείνη η απλή κάμαρα της ευτυχίας, αυτό το σώμα σου που κράταγα πρώτη φορά γυμνό, αυτά τα δάκρυα που δε μπόρεσα στο τέλος να κρατήσω, πόσο σου πήγαιναν.
Κι ύστερα ξαφνικά εκείνο το βράδυ… έβρεχε. Ανέβηκα τέσσερα-τέσσερα τα σκαλιά, κανείς στην κάμαρα. Έτρεμε στ’ ανοιχτό παράθυρο η κουρτίνα. “Φεύγω, μη ζητήσεις να με βρεις”, έγραφε. Η χτένα της ξεχασμένη πάνω στο τραπέζι ανάμεσα στις χυμένες πούδρες, σαν ένα μικρό παιδικό φέρετρο μέσα στη σκόνη.
Πού είσαι λοιπόν; πες μου, πού είσαι; σ’ αναζητάω σαν τον τυφλό που ψάχνει να βρει το πόμολο της πόρτας σ’ ένα σπίτι που ‘πιασε φωτιά.
Τις νύχτες σηκώνομαι αλαφιασμένος, ντύνομαι και σε περιμένω. Δε θα χτυπούσες καν την πόρτα. Θα πέταγες με βιάση το παλτό σου στην καρέκλα. Η κάμαρα όλη θα λιποθυμούσε όπως θα ‘λυνες ξαφνικά εκείνα τ’ ασύγκριτα τυραννικά μαλλιά σου. Η παλιά ντουλάπα θα ‘τρεχε και σαν μια ταπεινή υπηρέτρια θα σου ‘βγαζε τα παπούτσια. Θα γελούσαν οι καθρέφτες, θα ξυπνούσαν οι γείτονες… Όλα έχουν μείνει όπως τα ‘φησες θα σου ‘λεγα.
Κι η χτένα σου, να τη εκεί. Η μαύρη μεγάλη χτένα σου, σαν ένας έρημος κατασκότεινος δρόμος που τον περνάω κάθε νύχτα.
Άσε με τώρα να κοιτάζω τα παράθυρά σου ξέροντας πως μέσα ένας άλλος σε παίρνει. Ένας άλλος βυθίζεται μες στη μεγάλη σου άνοιξη. Εγώ και ποδοπατημένη από χιλιάδες άντρες σ’ αγαπώ.
Άσε με εδώ στη γωνιά, δεν πειράζει ας χιονίζει. Αυτό το μικρό τετράγωνο φως που ρίχνει το παράθυρο σου πάνω στο χιόνι, εμένα είναι ο κόσμος μου. Δε θα σου πω τίποτα μόλις βγεις. Θα περπατάω δίπλα σου αμίλητος, κι αν αυτό σε πειράζει μπορώ να ‘ρχομαι πίσω σου σα σκυλί. Κι όταν πεθάνω, το χώμα που θα με σκεπάζει δε θα ‘ναι για μένα το σκληρό χώμα των νεκρών, μα η απαλή τρυφερή γη, που κάποτε πλαγιάσαμε γυμνοί πάνω της. Ποδοπάτησέ με να ‘χω τουλάχιστον την ευτυχία να μ’ αγγίζεις…

Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2014

ΚΑΡΟΛΟΣ ΜΠΩΝΤΛΑΙΡ - Charles Pierre Baudelaire


Ο Γάτος

Μες στο μυαλό μου περπατά,
Όπως στο διαμέρισμά του, ένας ωραίος,
Γάτος δυνατός, γλυκός και γοητευτικός
Όταν νιαουρίζει, μόλις που ακούγεται,

Τόσο ο ήχος του είναι τρυφερός και διακριτικός
Αλλά η φωνή του είτε μαλακώνει είτε μαλώνει,
είναι πάντα πλούσια και βαθιά.
Να, η γοητεία του και το μυστικό του.

Αυτή η φωνή που αναβλύζει κόμπο κόμπο
Κι εισδύει στα πιο σκοτεινά μου βάθη
Σαν έπος πολύστιχο με γεμίζει
Και μ' ευφραίνει σα φίλτρο.

Αποκοιμίζει τους πιο σκληρούς πόνους
Περιέχει όλες τις εκστάσεις
Για να εκφράσει τις μακριές φράσεις,
Ανάγκη από λέξεις δεν έχει.

Όχι, δεν υπάρχει δοξάρι που ν' αγγίζει
Την καρδιά μου, όργανο τέλειο,
Και να κάνει πιο βασιλικά
Να τραγουδά η παλλόμενη χορδή της,

Απ' ό,τι η φωνή σου, γάτε μυστηριακέ
Γάτε αγγελικέ, γάτε μοναδικέ,
Που όλα μέσα σου είναι, σα σε άγγελο,
Το ίδιο τέλειος κι αρμονικός!


-Από την καστανόξανθή σου γούνα
Αναδύεται άρωμα τόσο γλυκό, που κάποιο δειλινό
Ευράνθηκα χαϊδέυοντάς την
Μια φορά, μόνο μια φορά.

Είναι το φιλικό δαιμόνιο του τόπου
Κρίνει, προεδρεύει, εμπνέει
Το καθετί μές το βασίλειό του
Ισως να είναι νεράϊδα, ή Θεός;

Όταν τα μάτια μου στο γάτο που αγαπώ
Σα μαγνητισμένα,
Στρέφονται πειθήνια
Και κοιτάζω εντός μου,

Έκθαμβος βλέπω
Τη φωτιά απ' τις χλομές του κόρες
Φάρους καθαρούς, ζωντανές οπάλιες.
Που μ' ατενίζουν σταθερά.
Pierre Auguste Renoir (1841-1919)
Julie Manet detto anche Bambina con il gatto
1887
Olio su tela
Cm 65 x 54 
© RMN-Grand Palais (Musée d'Orsay) / Hervé Lewandowski

[ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΑ] Της Edith Irene Södergran

Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου]


Πηγή: http://bibliotheque.gr
 
 
artworks : Ren Hang

Έρωτα εσύ, ο πιο σκληρός απ’ όλους τους θεούς
 
Γιατί με έφερες στην χώρα των σκιών;
 
Όταν μεγαλώνουν τα μικρά κορίτσια,
 
Τα χωρίζουν από το φως,
 
Τα ρίχνουν στο βάθος κάποιας κάμαρας σκοτεινής.
 
Μήπως δεν πέταγε η ψυχή μου
 
Σαν άστρο ευτυχισμένο στους αιθέρες
 
Όταν την έσυραν με βία μες στον φαύλο σου τον κύκλο;


  
Κοίτα, είμαι δεμένη τώρα χειροπόδαρα
 
Πιεσμένη μέσα σε όλες μου τις σκέψεις
 
Έρωτα εσύ ο πιο σκληρός απ’ όλους τους θεούς:
 
Δεν φεύγω, δεν περιμένω
 
Μόνο σαν ζώο υποφέρω
 

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

Ποίηση

Οδυσσέας Ελύτης

Η τρελή ροδιά

Σ’ αυτές τις κάτασπρες αυλές όπου φυσά ο νοτιάς
Σφυρίζοντας σε θολωτές καμάρες, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που σκιρτάει στο φως σκορπίζοντας το καρποφόρο γέλιο της
Με ανέμου πείσματα και ψιθυρίσματα, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που σπαρταράει με φυλλωσιές νιογέννητες τον όρθρο
Ανοίγοντας όλα τα χρώματα ψηλά με ρίγος θριάμβου;

Όταν στους κάμπους που ξυπνούν τα ολόγυμνα κορίτσια
Θερίζουνε με τα ξανθά τους χέρια τα τριφύλλια
Γυρίζοντας τα πέρατα των ύπνων, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που βάζει ανύποπτη μεσ’ στα χλωρά πανέρια τους τα φώτα
Που ξεχειλίζει από κελαηδισμούς τα ονόματά τους, πέστε μου
Είναι η τρελή ροδιά που μάχεται τη συννεφιά του κόσμου;

Στη μέρα που απ’ τη ζήλια της στολίζεται μ’ εφτά λογιώ φτερά
Ζώνοντας τον αιώνιον ήλιο με χιλιάδες πρίσματα
Εκτυφλωτικά, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που αρπάει μια χαίτη μ’ εκατό βιτσιές στο τρέξιμό της
Πότε θλιμμένη και πότε γκρινιάρα, πεστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που ξεφωνίζει την καινούρια ελπίδα που ανατέλλει;

Πέστε μου, είναι η τρελή ροδιά που χαιρετάει στα μάκρη
Τινάζοντας ένα μαντίλι φύλλων από δροσερή φωτιά
Μια θάλασσα ετοιμόγεννη με χίλια δυο καράβια
Με κύματα που χίλιες δυο φορές κινάν και πάνε
Σ’αμύριστες ακρογιαλιές, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που τρίζει τ’άρμενα ψηλά στον διάφανον αιθέρα;

Πανύψηλα με το γλαυκό τσαμπί που ανάβει κι εορτάζει
Αγέρωχο, γεμάτο κίνδυνο, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που σπάει με φως καταμεσίς του κόσμου τις κακοκαιριές του δαίμονα
Που πέρα ως πέρα την κροκάτη απλώνει τραχηλιά της μέρας
Την πολυκεντημένη από σπαρτά τραγούδια, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που βιαστικά ξεθηλυκώνει τα μεταξωτά της μέρας;

Σε μεσοφούστανα πρωταπριλιάς και σε τζιτζίκια δεκαπενταυγούστου
Πέστε μου, αυτή που παίζει, αυτή που οργίζεται αυτή που ξελογιάζει
Τινάζοντας απ’ τη φοβέρα τα κακά μαύρα σκοτάδια της
Ξεχύνοντας στους κόρφους του ήλιου τα μεθυστικά πουλιά
Πέστε μου, αυτή που ανοίγει τα φτερά στο στήθος των πραγμάτων
Στο στήθος των βαθιών ονείρων μας, είναι η τρελή ροδιά;

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

Διονύσιος Σολωμός: Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι

Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι

Επιμέλεια: Στυλιανός Αλεξίου, Εκδόσεις Στιγμή

ΑΠΟ ΤΟ Β’ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ


I
Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·
λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.
Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·
στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα καί κλαίει:
«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω γω στο χέρι;
οπού συ μού ΄γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει».

II

Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν καί γελούνε,
κι όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.
…………………………………………………………………….

Πίνακας του Π. Ζωγράφου


Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,
π’ ολονυχτίς εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.

Και μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,
έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,

που ευώδιασε τον ύπνο της μεσα στον άγριο κρίνο·
το σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκειά κι εκείνο.

Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη·
η μαύρη πέτρα ολόχρυση καί το ξερό χορτάρι.

Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει:
«Όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει».




III
«Σάλπιγγα, κοψ’ του τραγουδιού τα μάγια με <τή> βία,
γυναικός, γέροντος, παιδιού, μήν κόψουν την αντρεία».

Χαμένη, αλίμονο, κι οκνή τη σάλπιγγα γρικάει·
αλλά πώς φθάνει στον εχθρό και καθ’ ηχώ ξυπνάει;
Γέλιο στο σκόρπιο στράτευμα σφοδρό γεννοβολιέται,
κι η περιπαίχτρα σάλπιγγα μεσουρανίς πετιέται·
και με χαρούμενη πνοή το στήθος το χορτάτο,
τ’ αράθυμο, το δυνατό, κι όλο ψυχές γιομάτο,
βαρώντας γύρου ολόγυρα, ολόγυρα και πέρα,
τον όμορφο τρικύμισε καί ξάστερον αέρα·

τέλος μακριά σέρνει λαλιά, σαν το πεσούμεν’ άστρο,
τρανή λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο.



Εργο του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ

IV
Μόλις έπαυσε το σάλπισμα ο Αράπης, μία μυριόφωνη βοή ακούεται εις το εχθρικό στρατόπεδο, και η βίγλα του κάστρου, αχνή σαν το Χάρο, λέει των Ελλήνων: «Μπαίνει ο εχθρικός στόλος». Το πυκνό δάσος έμεινε ακίνητο εις τα νερά, όπου η ελπίδα απάντεχε να ιδεί τα φιλικά καράβια. Τότε ο εχθρός εξανανέωσε την κραυγή, και εις αυτήν αντιβόησαν οι νεόφθαστοι μεσ’ από τα καράβια. Μετά ταύτα μία ακατάπαυτη βροντή έκανε τον αέρα να τρέμει πολλή ώρα.

V
. . . . . . . . . . Στην πεισμωμένη μάχη
σφόδρα σκιρτούν μακριά πολύ τα πέλαγα κι οί βράχοι,

και τα γλυκοχαράματα, και μες στα μεσημέρια,

κι όταν θολώσουν τα νερά, κι όταν εβγούν τ’ αστέρια.
Φοβούνται γύρου τα νησιά, παρακαλούν καί κλαίνε,
κι οι ξένοι ναύκληροι μακριά πικραίνονται καί λένε:
«Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, σπαθί Τουρκιάς, μολύβι,

πέλαγο μέγα βράζ’ ο εχθρός προς το φτωχό καλύβι».

VI

- «Κρυφή χαρά ΄στραψε σ΄ έσέ· κάτι καλο ΄χει ο νους σου·
πές, να το ξεμυστηρευτείς θες τ’ άδελφοποιτού σου;».

-«Ψυχή μεγάλη και γλυκειά, μετά χαράς σ’ το λέω:
Θαυμάζω τες γυναίκες μας και στ’ όνομά τους μνέω.

Εφοβήθηκα κάποτε μη δειλιάσουν και τες επαρατήρησα αδιάκοπα.

Απόψε, ενώ είχαν τα παράθυρα ανοιχτά για τη δροσιά, μία απ’ αυτές, η νεώτερη, επήγε να τα κλείσει, αλλά μία άλλη τής ειπε: “Όχι, παιδί μου· άφησε νά ΄μπει η μυρωδιά απο τα φαγητά· είναι χρεία να συνηθίσουμε”.
Κι έτσι λέγοντας εματάνοιξε το παράθυρο, και η πολλή μυρωδιά των αρωμάτων εχυνότουν μέσα κι εγιόμισε το δωμάτιο.

Και η πρώτη είπε: “Και το αεράκι μας πολεμάει”.
Μία άλλη έστεκε σιμά εις το ετοιμοθάνατο παιδί της.
Και άλλη είπε χαμογελώντας, να διηγηθεί καθεμία τ’ ονειρό της.

Και μία είπε: “Μου εφαινότουν ότι όλοι εμείς, άντρες και γυναίκες, παιδιά και γέροι, ήμαστε ποτάμια, ποιά μικρά, ποιά μεγάλα, κι ετρέχαμε ανάμεσα εις τόπους φωτεινούς, εις τόπους σκοτεινούς, σε λαγκάδια, σε γκρεμούς, απάνου κάτου, κι έπειτα εφθάναμε μαζί στη θάλασσα με πολλή ορμή”.

Και μία δεύτερη είπε:

Εγώ ‘δα δάφνες. – Κι εγώ φως …………………………

- Κι εγώ σ’ φωτιά μιαν όμορφη π’ αστράφταν τα μαλλιά της.

Και αφού όλες εδιηγήθηκαν τα ονείρατά τους, εκείνη πού ΄χε το παιδί ετοιμοθάνατο είπε: “Ιδές, και εις τα ονείρατα ομογνωμούμε, καθώς εις τή θέληση και εις όλα τ’ άλλα έργα”. Και όλες οι άλλες εσυμφώνησαν κι ετριγυρίσαν με αγάπη το παιδί της πού ‘χε ξεψυχήσει.

Ιδού, αυτές οι γυναίκες φέρνονται θαυμαστά· αυτές είναι μεγαλόψυχες, καί λένε ότι μαθαίνουν από μας· δε δειλιάζουν, μολονότι τους επάρθηκε η ελπίδα που είχαν να γεννήσουν τέκνα για τη δόξα και για την ευτυχία. Εμείς λοιπόν μπορούμε να μάθουμε απ’ αυτές και να τες λατρεύουμε έως την ύστερη ώρα.
Πες μου και συ τώρα γιατί εχθές, ύστερ’ από το συμβούλιο, ενώ εστεκόμαστε σιωπηλοί, απομακρύνθηκες ταραγμένος;».

VII
Εχαμογέλασε πικρά κι ολούθενε κοιτάζει·
κι ανεί πολύ τα βλέφαρα τα δάκρυα να βαστάξουν:
-«Εκεί ‘ρθε το χρυσότερο από τα ονείρατά μου·
με τ’ άρματ’ όλα βρόντησα τυφλός τού κόπου χάμου.
Φωνή ‘πε: “Ο δρόμος σου γλυκός καί μοσχοβολισμένος·
στην κεφαλή σου κρέμεται ο ήλιος μαγεμένος·
παλληκαρά καί μορφονιέ, γειά σου, καλέ, χαρά σου!
Άκου, νησιά, στεριές της γης, εμάθαν τ’ όνομά σου!
Τούτος, αχ, που ‘ν’ ο δοξαστός κι η θεϊκιά θωριά του;
Η αγκάλη μ’ έτρεμ’ ανοιχτή κατά τα γόνατά του”.
Έριξε χάμου τα χαρτιά με τσ’ είδησες του κόσμου
η κορασιά τρεμάμενη …………………………..
Χαρά της έσβιε τη φωνή που ‘ν’ τώρα αποσβημένη·
άμε, χρυσ’ όνειρο, και συ με τη σαβανωμένη!
Εδώ ‘ναι χρεία να κατεβώ, να σφίξω το σπαθί μου,
πριν όλοι χάσουν τη ζωή, κι εγ’ όλη την πνοή μου·
τα λίγα απομεινάρια της πείνας καί τσ’ αντρείας,
………………………………………………………………….

που μ’ έκραξαν μ’ απαντοχή, φίλο, αδελφό, πατέρα,
γκόλφι να τα ‘χω στο πλευρό και να τα βγάλω περα.
Δρόμο αστραφτά να σχίσω τους σ’εχθρούς καλά θρεμμένους,
σ’ εχθρούς πολλούς, πολλ’ άξιους, πολλά φαρμακωμένους·
να μείνεις, χώμα πατρικό, για μισητό ποδάρι·
η μαύρη πέτρα σου χρυσή και το ξερό χορτάρι.
Ήταν με σένα τρεις χαρές στην πίκρα φυτρωμένες,
όμως για μένα στη χαρά τρεις πίκρες ριζωμένες».

VIII
Και συχνά του ‘π’ η αράθυμη και τρίσβαθη ψυχή του:
«Κάμποι, βουνά καρπόφορα, και λίμνη ωραία και πλούσια,
μάνα καλή παληκαριών, και κάμε τη δική σου.
Αιώνια ήθελ’ ήτανε ο πόνος κι η ντροπή μου!».

IX

Ετούτ’ είν’ ύστερη νυχτιά· όλα τ’ αστέρια βγάνει·
ολονυχτίς ανέβαινε η δέηση, το λιβάνι.
Στά μάτια καί στο πρόσωπο φαίνοντ’ οι στοχασμοί τους·
τους λέει μεγάλα και πολλά η τρίσβαθη ψυχή τους.
Αγάπη κι έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν·
τα σπλάχνα τους κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν.
Γλυκειά κι ελεύθερ’ η ψυχή σα νά ‘τανε βγαλμένη,
κι υψώναν με χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη.

XII

Ιδού, σεισμός καί βροντισμός, κι εβάστουναν ακόμα,
που ο κύκλος φθάνει ο φοβερός με τον αφρό στο στόμα·
κι εσκίστη αμέσως, κι έβαλε στης Μάνας τα ποδάρια,
της πείνας, του <μαρτύριου> τα λίγα απομεινάρια·
τ’ απομεινάρια ανέγγιαγα και κατατρομασμένα,
τα γόνατα και τα σπαθιά τα ‘ματοκυλισμένα.

ΑΠΟ ΤΟ Γ’ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ

I
Μητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα,
κι αν στο κρυφό μυστήριο ζούν πάντα τα παιδιά σου
με λογισμό και μ’ όνειρο, τι χάρ’ έχουν τα μάτια,
τα μάτια τούτα, να σ’ ιδούν μες στο πανέρμο δάσος,
που ξάφνου σου τριγύρισε τ’ αθάνατα ποδάρια
(κοίτα) με φύλλα της Λαμπρής, με φύλλα τού Βαϊώνε!
Το θεϊκό σου πάτημα δεν άκουσα, δεν είδα·
ατάραχη σαν ουρανός μ’ όλα τα κάλλη πόχει,
που μέρη τόσα φαίνονται καί μέρη ‘ναι κρυμμένα!
Αλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν’ ακούσω τη φωνή σου,
κι ευθύς εγώ τ’ ελληνικού κόσμου να τη χαρίσω;
Δόξα ‘χ’ η μαύρη πέτρα του καί το ξερό χορτάρι.

II

Μες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,
και σα θολώσουν τα νερά, και τ’ άστρα σαν πληθύνουν,
ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι οι βράχοι.
«Αραπιάς άτι, Γάλλου νούς, βόλι Τουρκιάς, τοπ’ Άγγλου!
Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι,
κι αλιά, σε λίγο ξέσκεπα τα λίγα στήθια μένουν!
Αθάνατή ‘σαι, που ποτέ, βροντή, δεν ήσυχάζεις;».
Στην πλώρη, που σκιρτά, γυρτός, τουτά ‘π’ ο ξένος ναύτης.
Δειλιάζουν γύρου τα νησιά, παρακαλούν καί κλαίνε,
και με λιβάνια δέχεται και φώτα τον καημό τους
ο σταυροθόλωτος ναός και το φτωχό ξωκλήσι.

(Παραλλαγή)
Μες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια
κι όταν θολώσουν τα νερά, κι όταν πληθύνουν τ’ άστρα,
ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι οι βράχοι.
Γέρος μακριά, π’ απίθωσε στ’ αγκίστρι τη ζωή του,
το πέταξε, τ’ αστόχησε, και περιτριγυρνώντας:
«Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Τουρκιάς, τοπ’ Άγγλου!
Πέλαγο μέγ’, αλίμονο, βαρεί το καλυβάκι·
σε λίγην ώρα ξέσκεπα τα λίγα στήθη μένουν!
Αθάνατή ‘σαι, που, βροντή, ποτέ δεν ησυχάζεις;».

IV
Αλλ’ ήλιος, αλλ’ αόρατος αιθέρας κοσμοφόρος,
από το μαύρο σύγνεφο κι από τη μαύρη πίσσα,
ο στύλος φανερώνεται, με κάτου μαζωμένα
τα παλληκάρια τα καλά, μ’ απάνου τή σημαία,
που μουρμουρίζει και μιλεί και το Σταυρόν απλώνει
παντόγυρα στον όμορφον αέρα της αντρείας.
Κι ο ουρανός καμάρωνε, κι η γη χεροκροτούσε·
κάθε φωνή κινούμενη κατά το φώς μιλούσε,
κι εσκόρπα τα τρισεύγενα λουλούδια της αγάπης:
«Όμορφη, πλούσια, κι άπαρτη, και σεβαστή, κι αγία!».

V

Και τώρα δα, τ’ αράθυμο πάτημ΄ αργοπορώντας,
κατά το κάστρο το μικρό πάλε κοιτά, και σφίγγει,
σφίγγει στενά τη σπάθα του στο λαβωμένο στήθος,
που μέσα αγρίκα την ψυχή μεγάλη και τη θλίψη.

VI
Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,
κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκειά της ώρα,
και μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους
ανάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.
Νερά καθάρια καί γλυκά, νερά χαριτωμένα,
χύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,
και παίρνουνε το μόσχο της, κι αφήνουν τη δροσιά τους,
κι ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,
τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.
Έξ αναβρύζει κι η ζωή σ’ γή, σ’ ουρανό, σε κυμα.
Αλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό ‘ναι κι άσπρο,
ακίνητ’ όπου κι αν ιδείς, και κάτασπρ’ ως τον πάτο,
με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,
που ‘χ’ ευωδίσει τσ’ ύπνους της μεσα στον άγριο κρίνο.
- «Αλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι ‘δες;».
- «Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
ουδ’ όσο καν η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,
μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,
κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του!».

VIII

«Άγγελε, μόνο στ’ όνειρο μου δίνεις τα φτερά σου;
Στ’ όνομ’ Αυτού που σ’ τα ‘πλασε, τ’ αγγειό τσ’ ερμιάς τα θέλει.
Ιδού που τα σφυροκοπώ στον ανοιχτόν αέρα,
χωρίς φιλί, χαιρετισμό, ματιά, βασίλισσές μου!
Τα θέλω γω, να τα ‘χω γω, να τα κρατώ κλεισμένα,
εδώ π’ αγάπης τρέχουνε βρύσες χαριτωμένες».

XII
Και βλέπω πέρα τα παιδιά και τες αντρογυναίκες
γύρου στη φλόγα π’ άναψαν, και θλιβερά τη θρέψαν
μ’ αγαπημένα πράματα και με σεμνά κρεβάτια,
ακίνητες, αστέναχτες, δίχως να ρίξουν δάκρυ·
και γγιζ’ η σπίθα τα μαλλιά και τα λιωμένα ρούχα.

Γλήγορα, στάχτη, να φανείς, οι φούχτες να γιομίσουν.

Είν’ έτοιμα στην άσπονδη πλημύρα των αρμάτων
δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά, κι ελεύθεροι να μείνουν

εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το Χάρο.

Τουφέκια τούρκικα, σπαθιά

το ξεροκάλαμο περνά.

ΑΠΟ ΤΑ ΙΤΑΛΙΚΑ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑΤΑ