Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναγέννηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναγέννηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014

Η αρπαγή της Ευρώπης όπως την περιέγραψε ο Αχιλλέας Τάτιος "Λευκίππη και Κλειτοφών"

Ο Αχιλλέας Τάτιος από την Αλεξάνδρεια,σύγχρονος του Ιάμβλιχου, έγραψε ένα από τα πιο γνωστά στον καιρό του μυθιστορήματα, Τὰ κατὰ Λευκίπην καὶ Κλειτοφῶντα. Η υπόθεση δεν παρουσιάζει πρωτοτυπία· διαφορετικός είναι όμως ο τρόπος της αφήγησης: ο συγγραφέας έχει τάχα φτάσει στη Σιδώνα της Φοινίκης, στον ναό της Αστάρτης, όπου θαυμάζει, και περιγράφει αναλυτικά, ένα ζωγραφικό πίνακα με την αρπαγή της Ευρώπης. Εκεί γνωρίζει έναν όμορφο νέο, τον Κλειτοφώντα, που του διηγείται ολόκληρο το μυθιστόρημα. Αυτός ο έμμεσος τρόπος αφήγησης, η έκφραση της εικόνας και πολλά ακόμα στοιχεία στο μυθιστόρημα του Αχιλλέα Τάτιου μαρτυρούν τη συγγένεια που φυσικό ήταν να υπάρχει ανάμεσα στα μυθιστορήματα και στα έργα της δεύτερης σοφιστικής.

Στα κατὰ Λευκίππην καὶ Κλειτοφῶντα οι ήρωες δεν ήταν εξαρχής υποδειγματικοί εραστές· οι περιπέτειες ήταν που βάθυναν τον έρωτα και στέριωσαν την πίστη τους.


Η αρπαγή της Ευρώπης, πίνακας του Τιτσιάνο

 ταῦρος ἐν μέσῃ τῇ θαλάττῃ ἐγέγραπτο τοῖς κύμασιν [p. 39] ἐποχούμενος, ὡς ὄρους ἀναβαίνοντος τοῦ κύματος ἔνθα καμπτόμενον τοῦ βοὸς κυρτοῦται τὸ σκέλος. [10] Ἡπαρθένος μέσοις ἐπεκάθητο τοῖς νώτοις τοῦ βοός, οὐ περιβάδην, ἀλλὰ κατὰ πλευράν, ἐπὶ δεξιὰ συμβᾶσα τὼ πόδε, τῇ λαιᾷ τοῦ κέρως ἐχομένη, ὥσπερ ἡνίοχος χαλινοῦ: καὶ γὰρ ὁ βοῦς ἐπέστραπτο ταύτῃ μᾶλλον πρὸς τὸ τῆς χειρὸς ἕλκον ἡνιοχούμενος. Χιτὼν ἀμφὶ τὰ στέρνα τῆς παρθένου μέχρις αἰδοῦς: τοὐντεῦθεν ἐπεκάλυπτε χλαῖνα τὰ κάτω τοῦ σώματος: λευκὸς ὁ χιτών, ἡ χλαῖνα πορφυρᾶ, τὸ δὲ σῶμα διὰ τῆς ἐσθῆτος ὑπεφαίνετο. [11] Βαθὺς ὀμφαλός, γαστὴρ τεταμένη, λαπάρα στενή: τὸ στενὸν εἰς ἰξὺν καταβαῖνον ηὐρύνετο. Μαζοὶ τῶν στέρνων ἠρέμα προκύπτοντες: ἡ συνάγουσα ζώνη τὸν χιτῶνα καὶ τοὺς μαζοὺς ἔκλειε, καὶ ἐγίνετο τοῦ σώματος κάτοπτρον ὁ χιτών. [12] Αἱ χεῖρες ἄμφω διετέταντο, ἡ μὲν ἐπὶ κέρας, ἡ δὲ ἐπ̓ οὐράν: ἤρτητο δὲ ἀμφοῖν ἑκατέρωθεν ὑπὲρ τὴν κεφαλὴν καλύπτρα κύκλῳ τῶν νώτων ἐμπεπετασμένη. Ὁ δὲ κόλπος τοῦ πέπλου πάντοθεν ἐτέτατο κυρτούμενος: καὶ ἦν οὗτος ἄνεμος τοῦ ζωγράφου. Ἡ δὲ ἐπεκάθητο τῷ ταύρῳ δίκην πλεούσης νεώς, ὥσπερ ἱστίῳ τῷ πέπλῳ χρωμένη. [13] Περὶ δὲ τὸν βοῦν ὠρχοῦντο δελφῖνες, ἔπαιζον Ἔρωτες: εἶπες ἂν αὐτῶν γεγράφθαι καὶ τὰ κινήματα. Ἔρως εἷλκε τὸν βοῦν: Ἔρως, μικρὸν παιδίον, ἡπλώκει τὸ πτερόν, ἤρτητο τὴν φαρέτραν, ἐκράτει τὸ πῦρ: ἐπέστραπτο δὲ ὡς ἐπὶ τὸν Δία καὶ ὑπεμειδία, ὥσπερ αὐτοῦ καταγελῶν ὅτι δἰ αὐτὸν γέγονε βοῦς.

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

Γκουίντο Καβαλκάντι




Ο Γκουίντο Καβαλκάντι (1250-1300) ήταν Ιταλός διανοούμενος,  ποιητής και τροβαδούρος, φίλος του Δάντη Αλιγκιέρι, τον οποίο επηρέασε. Ο μεγάλος ποιητής καταδίκασε όμως στην «Κόλασή» του τον πατέρα του Καβαλκάντι (που ήταν και αυτός φιλόσοφος) ως άθεο και Επικούρειο.

Ο Καβαλκάντι γεννήθηκε στην Φλωρεντία. Ανήκε στο γένος των Γουέλφων που εμπλέκονταν σε μακρόχρονη βεντέτα με το γένος των Γιβελλίνων. Η διαμάχη αυτή  αφορούσε το νεοεμφανιζόμενο αστικό στοιχείο (έμποροι κλπ) που εκπροσωπούσαν οι Γουέλφοι και το αριστοκρατικό που εκπροσωπούσαν οι αντίπαλοί τους, Οι Γουέλφοι επικράτησαν το 1289 και στη συνέχεια άρχισαν να μάχονται μεταξύ τους. Σαν μέρος πολιτικών και οικονομικών συμβιβασμών ο Καβαλκάντι παντρεύτηκε μια κόρη Γιβελλίνων και έγινε αρχηγός τους. Τελικά δεν απέφυγε τη εξορία και πέθανε από πυρετό (ελονοσία;) προσπαθώντας να επιστρέψει στην πατρίδα του. 



Ο έρωτας που υμνεί στα ποιήματά του ο Κ. έρχεται σε αντίφαση με τον προσυμφωνημένο γάμο του.  Όπως και στα τραγούδια των προγενέστερων τροβαδούρων, ο αποκαλούμενος «ιπποτικός» ή ευγενής» έρωτας, (“amour courtois” ή “courtly love”) στην ποίηση του Καβαλκάντι, δεν νοείται μέσα στο γάμο.

Ο Ιταλός ποιητής εξέφραζε με καινοτομίες το νέο αστικό περιβάλλον που πρόβαλλε στα πλαίσια της ιταλικής Αναγέννησης. Ήταν ο κύριος εκπρόσωπος του κινήματος Dolce stil novo (Νέο γλυκό ύφος).  Μέλη αυτού του κινήματος ήταν οι: Γκουίντο Γκουινιτσέλι, Δάντης,  Τσίνο ντα Πιστόια,  Λάπο Τζάνι,  Τζάνι Αλφάνι,  Ντίνο Φρεσκομπάλντι και άλλοι.

Αν και το κίνημα σχετίζονταν με τους τροβαδούρους, διέφερε γιατί  ήταν μια ποίηση αστική και όχι αριστοκρατική. Επιπλέον εξερευνούσε τις φιλοσοφικές, ψυχολογικές, κοινωνικές και  πνευματικές προεκτάσεις του έρωτα. Μέσα στη πολυδιασπασμένη Ιταλία επέλεγε την ντόπια γλώσσα (vernacular) εκφράζοντας παράλληλα τον προσωπικό λυρισμό του ποιητή. 
Χρησιμοποιούσε τις φόρμες του σονέτου, της μπαλάντας και του καντσόνε.   




Ερωτική Μπαλλάντα
VIII

Βρισκόμουνα μέσα στο πνεύμα της αγάπης,
όταν συναπαντήθηκα με δυο νεαρούλες
μια τραγουδούσε:
«μες στην καρδιά μας βρέχει αγάπη».

Ήταν τόσο γλυκιές, τόσο σεμνούλες,
τόσο πράες με το ευγενικούλι πρόσωπό τους,
που εγώ τους είπα: «Τα υψηλά ιδανικά εσείς τα κρατάτε.
Αχ, ομορφούλες, μη με περιπαίζετε,
για την πληγή που έχω εντός μου
και την καρδιά νεκρή,
αγ’ ότου πήγα στην Τουλούζη».

Έστρεψαν τη ματιά τους κατά μένα μόλις,
για να μπορούν να δουν πόσο είμαι πληγωμένος,
και πώς ένα μικρούλι πνεύμα από το κλάμα
έβγαινε μέσα απ’ της πληγής τα βάθη.
Επειδή μ’ είδανε αποκαμωμένο,
αυτή που γέλασε είπε:
«Κοίτα πώς η αγάπη έχει αποκάμει
αυτόν τον άνθρωπο!»

Η άλλη, γεμάτη λύπη κι ευσπλαχνία και καμωμένη
με την εικόνα του ίδιου του Έρωτα είπε:
«Η πληγή που δεν καρδιά σου φέρνεις
έγινε από ματιά όλο φλόγα κι όλο πάθος,
κι άφησε μες στα μάτια σου μια λάμψη
που ούτε κι εγώ μπορώ να την αντέξω.
Πες μου, θυμάσαι εκείνη τη ματιά;
Θυμάσαι;»

Στη σκληρή ερώτησή της εγώ είπα:
«Κόρη, η θύμησή μου πάει στην Τουλούζη,
που μια γυναίκα με κορδέλες, όλο χάρη
και λυγερή πολύ,
και που στο πνεύμα του Έρωτα τη λέγανε Μαντέτα,
με χτύπησε σαν κεραυνός
με τα δικά της μάτια,
απ’ όπου κι η πληγή μου!»

Ύστερα ευγενικά πολύ μου λέει
αυτή που γέλασε: «Η γυναίκα
που στην καρδιά σου έχει χαράξει τη θωριά της,
με τη δύναμη του Έρωτα σε κοίταξε
τόσο βαθιά στα μάτια,
που εκεί πρόβαλε ο Έρωτας.
Αν υποφέρεις τώρα
σ’ αυτόν να αποταθείς!»

Γρήγορα πίσω στην Τουλούζη, μπαλλαντούλα.
Φανερώσου ήσυχα κάτω από τη Ντοράντα
και φώναξε παρακαλώντας
κάποια ωραία δεσποσύνη να σε πάει
στη χάρη εκείνης που σε στέλνω
κι αν ευδοκήσει να σε δει,
πες της, με χαμηλή φωνή:
«Την ευσπλαχνία ζητώ, μονάχα εκείνη».

μετάφραση Ρήγας Καπάτος



Σονέτο από τις «Rime»

Γιατί δεν τυφλωνόμουνα, νάσβηνε πια
Η όραση, το φως των δυο ματιών μου
Να μην περνούσε μέσα τους εκείνη στο μυαλό μου
Να μη ρωτούσε αν την έχω στην καρδιά

Μπρος στα καινούρια βάσανα, λοιπόν
Μ’έπιασε φόβος άσχημος, φόβος οξύς
«Βοήθα με γυναίκα», είπε η φωνή μου της ψυχής
«Άλλο να μην πονούν τα μάτια μου ούτ’ εγώ»

Εσύ έτσι τα παράτησες και ήρθε ο Έρως
Επάνω τους να κλάψει με συμπόνια
Ώσπου ακούστηκε φωνή βαθιά

και είπε: όποιος αισθάνεται μεγάλο πόνο
αυτόν εδώ ας δει και της καρδιάς το μέρος
που ο Θάνατος στο χέρι του κρατά, χαρακωμένο σταυρωτά.

Μτφρ. Λητώ Σεϊζάνη

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014

Βοκκάκιος, "Δεκαήμερο",

Ο Βοκκάκιος έγραψε το διήγημά του Δεκαήμερον στην ιταλική γλώσσα και σε πεζό λόγο. Οι ιστορίες του διηγήματος εκτυλλίσονται σε αστικό περιβάλλον και εκφράζουν τις νέες ανάγκες της αριστοκρατίας των πόλεων.[1] Κεντρικοί ήρωες είναι μια παρέα μορφωμένων αστών η οποία αποτελείται από δέκα πρόσωπα, επτά γυναίκες και τρεις άνδρες, που αφηγούνται ιστορίες το ένα στο άλλο. Ο Βοκκάκιος καινοτομεί και εντάσσει τα αφηγήματά του σε ενιαίο πλαίσιο, όπως συμβαίνει στο μυθιστόρημα.[2] Κοινός άξονας και βασικό θέμα του Δεκαημέρου είναι το θέμα της επιτυχίας ή αποτυχίας των ανθρώπινων επιδιώξεων ενώ και ο έρωτας διαδραματίζει κυρίαρχο ρόλο.[3] Σύμφωνα με τις ουμανιστικές αντιλήψεις η δυνατότητα του ανθρώπου να επιτύχει τους στόχους του εξαρτάται από την ικανότητά του στο χειρισμό του λόγου.[4] Οι ρεαλιστικές τάσεις και η ισορροπία ανάμεσα στην εξιδανίκευση και τον ρεαλισμό φαίνεται στηνπαρουσίαση του έρωτα που είναι το δευτερεύον θέμα του Δεκαημέρου. [...] 
Ο Βοκκάκιος στο διήγημά του Δεκαήμερον εκφράζει τις ουμανιστικές αντιλήψεις επίκεντρο των οποίων είναι η αξία του ανθρώπου, του οποίου η επιτυχία εξαρτάται από την ικανότητά του να χειρίζεται την τέχνη του λόγου.  
Βοκκάκιος δείτε εδώ:
Γενικά στοιχεία: Ουμανιστικά στοιχεία σε αντιδιαστολή με τη Μεσαιωνική παράδοση

Ο όρος ουμανισμός αναφέρεται στη στροφή του ενδιαφέροντος των λογίων στην κλασική γραμματεία. Η ουμανιστική θεώρηση του κόσμου ήταν «ανθρωποκεντρική» και η καθημερινή ζωή απέκτησε μεγάλη αξία. Μέσα στα πλαίσια του ουμανισμού ο άνθρωπος θεωρείτο ικανός να επιτύχει και μπορούσε να το κατορθώσει μέσα από την ουμανιστική παιδεία και ιδιαίτερα την τέχνη του λόγου.
Ο ουμανιστής λόγιος έγραφε τόσο στα λατινικά όσο και στην εθνική του γλώσσα και σε πεζό λόγο. Η γλώσσα καλλιεργήθηκε με βάση την κλασική γραμματεία και δημιουργήθηκαν καινούρια είδη, το διήγημα και το μυθιστόρημα , τα οποία εξέφραζαν νέες αξίες και συνέδεαν το παρόν με το παρελθόν και το μέλλον. Τα λογοτεχνήματα χρησιμοποιούνταν για ωφέλεια και τέρψη.
Ο λόγιος διεκδικούσε δόξα για τον εαυτό του και την λογοτεχνία αλλά δεχόταν να αμφισβητήσει το κύρος του και το επιτύγχανε μέσα από την ειρωνεία καταστάσεων και την άσκηση της ειρωνείας του λόγου.

[1] Άουερμπαχ Έριχ «Ο αδελφός Αλβέρτος», Ανθολόγιο Κριτικών Κειμένων, Ιστορία της Ευρωπαικής Λογοτεχνίας, φιλ. επιμ. Π. Αποστολή, εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 2008, σελ. 60.

[2] Βάρσος Γιώργος, ό.π., σελ. 204.
[3] Στο ίδιο, σελ. 208.
[4] Στο ίδιο, σελ. 208.