Παρασκευή 15 Απριλίου 2016

Εκδήλωση αφιερωμένη σε Σαίξπηρ και Θερβάντες από την Εταιρεία Συγγραφέων

Στο πλαίσιο των εορτασμών για τον Μήνα Βιβλίου, η Εταιρεία Συγγραφέων διοργανώνει μια εκδήλωση αφιερωμένη στους δυο «πατέρες» της παγκόσμιας λογοτεχνίας, Ουίλλιαμ Σαίξπηρ και Μιγκέλ ντε Θερβάντες. Για τον Σαίξπηρ θα μιλήσει ο συγγραφέας και κριτικός Κώστας Γεωργουσόπουλος και θα διαβάσουν οι ηθοποιοί Κώστας Καστανάς και Μαρία Σκούντζου. Για τον Θερβάντες θα μιλήσει ο συγγραφέας και μεταφραστής Φίλιππος Δρακονταειδής. Η συγγραφέας και εικαστικός Ηρώ Νικοπούλου θα διαβάσει ιστορίες Μπονζάι από το αφιέρωμα στον Δον Κιχώτη που έγινε από το Ιστολόγιο Πλανόδιον-Ιστορίες Μπονζάϊ, και την Books’ Journal, ενώ θα προβληθεί οπτικό και ακουστικό υλικό. Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στις 21 Απριλίου στον Πολυχώρο Arthens.

Η 23η Απριλίου έχει καθιερωθεί διεθνώς από την UNESCO ως Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου. Η Ένωση Ελληνικού Βιβλίου, με τη συνεργασία της Εταιρείας Συγγραφέων και του Ελληνικού Τμήματος της ΙΒΒΥ - Κύκλος του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, φιλοδοξεί να καθιερώσει και στην Ελλάδα την 23η Απριλίου ως Ημέρα Βιβλίου. Με κεντρικό μήνυμα «διαβάζω & αλλάζω», ξεκινώντας την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου (2 Απριλίου) και με κορύφωση την Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου, ο Απρίλιος είναι αφιερωμένος στις εκδηλώσεις για το βιβλίο και την προώθηση της ανάγνωσης, με σκοπό όχι μόνο να δημιουργηθούν νέοι, αλλά και να κινητοποιηθούν οι παλιοί αναγνώστες και όλοι μαζί να οδηγηθούν στα βιβλιοπωλεία και στις βιβλιοθήκες όπου ζει και αναπνέει το βιβλίο.

Εκδήλωση «Σαίξπηρ-Θερβάντες»
Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016 στις 20:00
Πολυχώρος Arthens (Αιόλου 77 & Ευριπίδου)

Τηλ.: 210-3609633

Τρίτη 22 Μαρτίου 2016

Με τρία βιβλία έρχεται Κύπρο η Ελένη Λόππα


Πόλη

Το Time Out γράφει

Παρουσίαση στο Θέατρο Ένα στη Λευκωσία Ο Παγκύπριος Πολιτιστικός Σύλλογος και το «θέατρο ένα» διοργανώνουν εκδήλωση-αφιέρωμα στην Ελληνίδα συγγραφέα Ελένη Λόππα, που θα γίνει στο Φουαγιέ του «θέατρο ένα» στη Λευκωσία την Τρίτη 5 Απριλίου 2016, στις 19.30.
Στην εκδήλωση θα παρουσιαστούν τρία πρόσφατα βιβλία της Ελένης Λόππα για τα οποία θα μιλήσουν οι Άννα Γιάλλουρου, Χρίστος Παντελίδης και Γιώργος Κιτρομηλίδης. 

Πρόγραμμα:
Η εκδήλωση θα αρχίσει με χαιρετισμό του Προέδρου της Φιλοσοφικής Εταιρείας Κύπρου δρ Κλείτου Ιωαννίδη, εκ μέρους της Διεύθυνσης του «θέατρο ένα» και θα ακολουθήσει χαιρετισμός του Προέδρου του Παγκύπριου Πολιτιστικού Συλλόγου, Φιλολόγου Γιώργου Κιτρομηλίδη

Στη συνέχεια η Φιλόλογος Μαρία Οικονομίδου θα μιλήσει για τη συγγραφέα και θα ακολουθήσει η παρουσίαση των τριών πρόσφατων εκδόσεων της Ελένης Λόππα  ως ακολούθως:

- «Τ’ άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης» από την Άννα Γιάλλουρου
-«Εμιγκρέ» από τον Χρίστο Παντελίδη
-«Απαγορευμένη πατρίδα» από τον Γιώργο Κιτρομηλίδη

Η εκδήλωση θα συνεχιστεί με αντιφώνηση της συγγραφέως και ακολούθως θα αναγνωσθούν αποσπάσματα από τα βιβλία της. Την ανάγνωση θα κάνουν η Νάνσια Παλάλα, η ίδια η συγγραφέας Ελένη Λόππα και η Εκπαιδευτικός Πολύμνια Κιτρομηλίδη.

Την εκδήλωση θα παρουσιάσει και θα συντονίσει η δημοσιογράφος  Νάνσια Παλάλα.
Θα ακολουθήσει δεξίωση.
Η εκδήλωση είναι ανοικτή για το κοινό.

Σάββατο 19 Μαρτίου 2016

ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ




Το Θέατρο ΣΗΜΕΙΟ και η Ιωάννα Μακρή
καλούν για τον εορτασμό της Ημέρας Ποίησης: 

ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΠΙΑ
ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΗ ΣΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΚΟΝΤΟ

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016,  ώρα 20:00
(Παραμονή της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης)    
~~..~~

Δυο χρόνια πριν, στις 20 Μαρτίου 2014, ο ποιητής Γιάννης Κοντός γιόρτασε με ομοτέχνους του την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης στο Θέατρο ΣΗΜΕΙΟ, σε μια βραδιά με τίτλο «Το επόμενο βιβλίο τους…»

Τώρα το Θέατρο Σημείο τιμά τη μνήμη του διοργανώνοντας μια μεγάλη γιορτή παραμονή της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης.

–  12 Νέοι Ποιητές διαβάζουν οι ίδιοι αποσπάσματα από τις πρόσφατες ποιητικές συλλογές τους:

Άννα Γρίβα                          Νίκος Ερηνάκης
Χάρης Ιωσήφ                       Ανδρέας Κεντζός
Μαρία Κουλούρη                 Αλέξιος Μάινας
Ειρήνη Μαργαρίτη               Ζαφείρης Νικήτας
Φάνης Παπαγεωργίου          Δημήτρης Πέτρου
Κυριάκος Συφιλτζόγλου      Θωμάς Τσαλαπάτης 

Συντονισμός: Αλέξιος Μάινας

–  Οι συνεργαζόμενοι με το Θέατρο Σημείο την τρέχουσα θεατρική σεζόν ηθοποιοί και σκηνοθέτες: Γρηγόρης Καραντινάκης, Μάνος Καρατζογιάννης, Νάνα Παπαδάκη, Ένκε Φεζολλάρι, απαγγέλλουν ποιήματα από το σύνολο του έργου του τιμώμενου ποιητή.

–  Τέλος, ο Γιώργος Μαρκόπουλος και ο Θανάσης Νιάρχος μιλούν για τον αγαπημένο τους φίλο και ομότεχνο Γιάννη Κοντό.

Σκηνοθετική επιμέλεια: Μάνος Καρατζογιάννης

-Ελεύθερη είσοδος-

Υπεύθυνη εκδήλωσης: Ιωάννα Μακρή
Θέατρο ΣΗΜΕΙΟ,  τηλ. 210-9229579 

Χαριλάου Τρικούπη 4, πίσω από την Πάντειο   

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2016

Γιώργος Χ. Θεοχάρης "Με δεμένα μάτια"



Στον Μάρκο Μέσκο

Χαράματα Δευτέρας 14 Φεβρουαρίου, πέμπτη χρονιά η πατρίδα στο γύψο, ξεκινάμε από το παγωμένο Πολύκαστρο για την περιοχή Σκρα ντι Λέγκεν. Εβδομάδα ασκήσεων χειμερινής διαβίωσης. Παρατηρητήριο αξιωματικών του ΝΑΤΟ. Περνάμε τον γκρίζο, υπερόπτη, μονόδρομο Αξιό. Κινούμαστε αντίθετα στη ροή του. Από το ύψωμα του Φανού διακρίνουμε, μέσα σε αραιή ομίχλη, τη Γευγελή. Τα πολυβόλα κι οι όλμοι στήνονται στο λόφο του Άϊ-Γιώργη. Οι πεζοπόροι παίρνουμε θέση στο ρέμα του Κοτζά Ντερέ, προσμένοντας το σύνθημα της επίθεσης. Στόχος να καταλάβουμε εξ εφόδου τα ερείπια του γαλλικού νοσοκομείου, απέναντι. Εκεί το στρατηγείο των ερυθρών, υποτίθεται. Βολές πυροβολικού. Οι ολμιστές χτυπούν το στόχο με πραγματικά πυρά. Σε λίγο κροτάλισμα των πολυβόλων. «Έτοιμοι!» η φωνή του ανθυπολοχαγού. «Έφοδος!» Χυνόμαστε στον ανήφορο με εφ’ όπλου λόγχη κραυγάζοντας «αέρα!». Πριν οι τελευταίοι αφήσουμε τη θέση εφόρμησης ένα βλήμα όλμου σκάει μέσα στο ρεματάκι, κοντά μας. Καταιγισμός από πέτρες, νερά, κομματιασμένα σκλήθρα και κληματσίδες. Πανικός. Ο βοηθός ολμιστής, είναι φανερό, έκανε λανθασμένη μέτρηση αζιμούθιου και γωνιών ανύψωσης. Ο λόχος, σύσσωμος, οπισθοχωρεί. Τα ουρλιαχτά του ανθυπολοχαγού στο βρόντο. «Συνεχίστε!», «Μη φοβάστε ρε! Θα γίνουμε ρεζίλι στους νατοϊκούς!», «Θα σας γαμήσω κωλόπαιδα! Θα σας περάσω στρατοδικείο!». Όλμοι και πολυβόλα συνεχίζουν να χτυπούν στα ερείπια. Κρυβόμαστε όπου βρήκε καθένας. Να βγούμε απ’ το πεδίο βολής. Δίνεται, επιτέλους, διαταγή διακοπής της άσκησης. Βγαίνουμε απ’ τις τρύπες μας. Ο μέραρχος ουρλιάζει. Μοιράζει φυλακές εικοσαήμερες. Οι ποινές θα εκτελεστούν ύστερα από επτά μέρες. Όταν τελειώσει η εβδομάδα της άσκησης. Μαζεύουμε. Ανεβαίνουμε στα REO. Παίρνουμε το δρόμο της επιστροφής μέσα σε γαμοσταυρίδια των αξιωματικών. Οι επιλοχίες βρίζουν πέντε κλίμακες ψηλότερα.

Φτάνουμε στην Αξιούπολη. Κι ύστερα, δεξιότερα, περνάμε τη Γοργόπη. Και τη Γουμένισσα. Αριστερά ο δρόμος κατεβαίνει προς Γιαννιτσά. Και μακρύτερα για τη Σκύδρα. Εκεί, μια στις δεκαπέντε συνοδεία για παράδοση και παραλαβή λινοστολής στα στρατιωτικά πλυντήρια. Περνάμε τη Γρίβα και την Καστανερή. Μπροστά μας το γαλάζιο Πάικο αμετακίνητο. Εδώ, στα ριζά, ο φρουρός στο φυλάκιο. Η χοντρή αλυσίδα εγκάρσια στον χωματόδρομο. Η πινακίδα: «Προσοχή! Στρατιωτική περιοχή. Απαγορεύεται η διέλευσις άνευ αδείας». Ο φρουρός ανοίγει το πέρασμα. Η φάλαγγα κινείται αργά. Καστανιές. Βελανιδιές. Και πιο πάνω αγέρωχες οξιές. Γυμνά επιβλητικά κλαδιά σαν να προσεύχονται ή να μουντζώνουν. Στα μισά της ανάβασης αποβίβαση. Αναλαμβάνουμε εξάρτηση εκστρατείας. Ανεβαίνουμε οδοιπορώντας. Παγωνιά. Κάτι τσιουρτσιουλένια πετάνε αναμαλλιασμένα πού και πού. Οι κνήμες βουλιάζουν στα φύλλα της οξιάς. Λίγο πριν φτάσουμε στο οροπέδιο ένα μουλάρι ξεκαπίστρωτο φεύγει πέρα φρουμάζοντας. Ψηλά η Γκόλα-Τσούκα κατάλευκη. Φτάνουμε κατάκοποι στα Λιβάδια. Στοιχιζόμαστε κατά λόχο. Αποθέτουμε. Οριοθετείται ο χώρος εγκατάστασης. Ανά δύο στήνουμε τα σκοινάκια. Μοιράζεται ξηρά τροφή. Μισή κουραμάνα, κονσέρβα corned beef. Άπαξ της ημέρας. Συμπλήρωμα συσσιτίου θα εξασφαλίζει καθένας απ’ τα πατατοχώραφα του οροπέδιου. Και απ’ όπου αλλού βρει. Η μονάδα θα παρέχει μονάχα το τσάι. Ορίζονται οι σκοπιές. Μοιράζονται στους φρουρούς και στην έφοδο τα συνθηματικά. Πέφτουμε ξεροί για ύπνο. Η υγρασία περονιάζει τα κόκκαλα.

Ασκήσεις μάχης ανοιχτού πεδίου, τις δυο επόμενες μέρες. Μέχρι το μεσημέρι. Ύστερα ξεχώνουμε πατάτες. Πού και πού κάλυκες από σφαίρες. Βάζω έναν στην τσέπη. Περιμετρικά στο καψύλλιο χαραγμένο: Ελληνικόν καλυκοποιείον 1932. Ποια ζωή τελείωσε το βλήμα της; Ποια μάνα μαυροφόρεσε; Σε ποιον πικρό τόπο; Ποια αγαπημένη; Ανάβουμε φωτιές. Δυο-δυο, τρεις-τρεις. Φτιάχνουμε θράκα. Ψήνουμε. Τρώμε. Τη νύχτα της Τετάρτης ανοίγουν οι ουρανοί. Περνάει νερό στις σκηνές. Άρον-άρον βαθαίνουμε, με τα σκαπανικά, τ’ αυλάκια περιμετρικά. Λάσπη. Μουσκίδι. Αγρύπνια. Το πρωί προσπάθεια να στεγνώσουμε τα ρούχα στη φωτιά. Πριν από κάθε τι κουβέρτες και κάλτσες. Ξαναπιάνει βροχή. Απελπισία. Ο Νίκος Μπαλιαμπάλιας, κοντοχωριανός μου, μούσκεμα ως το κόκκαλο, βάνει τα κλάματα. Ένας καραβανάς αρχιλοχίας τον αποπαίρνει: «Αρχίδια δεν έχεις ρε κηδεία;!» Ο Νίκος κάνει πιο πέρα κλωτσώντας με μανία ό,τι βρίσκει στο χώμα και φεύγει όπως λαβωμένο ζώο στο δάσος. 

Δυο διμοιρίες ειδοποιούνται για την επόμενη, τελική, άσκηση. Είμαστε οι κυανοί –(είναι κι ετούτος ένας τρόπος ανανήψεως, νομίζουν. Μία απόπειρα να μας πιέσουν ψυχικά βαφτίζοντάς μας «κυανούς», εμάς, ένα ολόκληρο Τάγμα ανεπιθυμήτων, αν εξαιρέσει κανένας το λόχο Διοικήσεως, άλλος χαρακτηρισμένος Α, από τη δράση συγγενούς στην Κατοχή, στον Εμφύλιο, στην ΕΔΑ, στους Λαμπράκηδες κι άλλος Β, απ΄ την προσωπική του ένταξη στην αντιχουντική δράση). Θα επιτεθούμε να καταλάβουμε μια φρουρά των ερυθρών. Να την αιχμαλωτίσουμε. Θα ξεκινήσουμε τα μεσάνυχτα. Η επίθεση θα εκδηλωθεί πρωί της Παρασκευής. Οπλισμός ελαφρύς. Πιστόλια, ξιφολόγχες, ημιαυτόματα Thomson. Ξηρά τροφή στα σακίδια. Μισή κονσέρβα corned beefκαι 10 γαλέτες. Παραλαμβάνουμε. Έτος παραγωγής γαλέτας: 1953. Μοιράζονται συνθηματικά. Σύνθημα: Βουκεφάλας. Παρασύνθημα: Υδάσπη. Ξεκινάμε στις 00:15. Κατεβαίνουμε τη δυτική πλευρά του βουνού. Η φρουρά των ερυθρών σ΄ ένα μετόχι της  Μονής Αρχαγγέλου Μιχαήλ, έξω από το χωρίο Αρχάγγελος, βορειοδυτικά όπως κατεβαίνουμε το Πάικο. Στα μισά της κατάβασης σταματάμε. Οι επικεφαλής επιλοχίες μάς δένουν τα μάτια. Σε φάλαγγα κατ’ άνδρα δενόμαστε, ανά δέκα, με τριχιά απ’ τη μέση. Απόσταση επόμενου από τον μπροστινό του ως ένα μέτρο. Συνεχίζουμε την κατάβαση στα τυφλά. Αργά. Φοβισμένα. Οι επιλοχίες επιτηρούν. Ο πρώτος κάθε δεκάδας ψαχουλεύει τον αέρα να εξασφαλίσει κενό πέρασμα σε κάθε βήμα. Ακούμε το γκουπ από το κράνος του πάνω στους κορμούς των δέντρων. Σε κάθε του παραπάτημα σωριάζεται ολόκληρος ο κωμικός συρμός. Μια ώρα αργότερα σταματά το μαρτύριο. Ανοίγουν πάλι τα μάτια μας. Πορευόμαστε στα ισώματα της Άνω Αλμωπίας. Αχάραγα φτάνουμε στην περίμετρο του στόχου. Ένα εκκλησάκι παλαιικό. Δεξιά από την είσοδο δυο κελιά. Ανεβαίνει κανένας με εξωτερική σκάλα. Μπροστά έν’ αυλιδάκι ίσαμε ένα μεγάλο αλώνι. Στη μέση μια ξερακιανή μυγδαλιά. Διασκορπιζόμαστε ολόγυρα. Εξασφαλίζουμε κάλυψη. Μπουσουλώντας ανοίγω τόπο με την ξιφολόγχη σε μιαν αγκαθιά. Χώνομαι μέσα γονατιστός. Χαράζει. Ένας ερυθρός εμφανίζεται. Με πλήρη εξάρτηση. Το Μ1 με τον αορτήρα περασμένο στον ώμο. Διαλέγει μια πορεία. Περιπολώντας κάνει εγγεγραμμένα τρίγωνα στον κύκλο της αυλής. Πλησιάζοντας στο γιατάκι μου ακούω την ανάσα του. Κρατάω τη δικιά μου. Περνάνε οι ώρες. Οι αγκώνες μου πιάνονται. Μουδιάζω. Κατά τις δέκα ο στρατιώτης του εχθρού βρίσκεται στην ανατολική πλευρά της αυλής. Ο διμοιρίτης μας, στην απέναντι θέση, σέρνεται μαλακά στην κρυψώνα του. Ο σκοπός γυρίζει αυτόματα. Στήνει αφτί. Ένας δικός μας πετάγεται. Τον ρίχνει μπρούμυτα. Του ακουμπά την ξιφολόγχη στο λαιμό. Παραδίνεται. Δεν βγάζει μιλιά. Οι κανόνες της άσκησης, βλέπεις. Κάποιοι τον δένουν χειροπόδαρα. Οι υπόλοιποι ανεβαίνουμε τη σκάλα. Αθόρυβα πιάνουμε θέσεις αριστερά-δεξιά στις πόρτες των κελιών. Με τα μάτια δίνεται η εντολή για την έφοδο. Με γερές κλωτσιές παραβιάζονται οι πόρτες. Εισβάλουμε. «Ψηλά τα χέρια! μην κουνηθείτε!», ουρλιάζουμε. Είναι τέσσερις στρατιώτες από άλλη μονάδα. Άγνωστοι. Ανυπόδητοι. Ότι έχουν ξυπνήσει. Οσμή από τσίπουρο και λουκάνικο. Τους αφήνουμε να ντυθούν φρουρούμενοι. Τους επιτηρούμε με τα αυτόματα. Κάποιος ρωτάει γιατί δεν ήσαν σε ετοιμότητα απόκρουσης επίθεσης; Ένας απαντάει πως, αφού, έτσι κι αλλιώς, η άσκηση ήταν σχεδιασμένη να νικήσουν οι κυανοί είπανε να καλοπεράσουν ένα εικοσιτετράωρο. «Καλύτερα ερυθρός και λούφα, σειρά, παρά κυανός και ξεθεωμένος», συμπλήρωσε. Μας κέρασε άφιλτρα. «Πιείτε κι ένα τσίπουρο να ζεστάνετε το μέσα σας», είπε και μας έδωσε το μπουκάλι. Σε λίγο βγήκαμε. Οι υπόλοιποι έχουν κρεμάσει, από τα πόδια, τον φρουρό του εχθρού στη μυγδαλιά. Ένας επιλοχίας ρίχνει μια κόκκινη φωτοβολίδα. Παίρνει κάποια απάντηση στον ασύρματο. «Λήξις ασκήσεως», φωνάζει. Κατεβάζουμε τον κρεμασμένο. Παίρνουμε όλοι μαζί, κυανοί κι’ ερυθροί, το δρόμο της επιστροφής. Σηκώνω το βλέμμα μου. Βόρεια και δυτικά ανεμίζουν περήφανες οι κορφές του Πίνοβου, του Καϊμάκτσαλαν κι η γρανιτένια γροθιά της Τζένας. Στην πλάτη μας το πάναγνο Βέρμιον μακρινό σιωπηλό. Πιο πάνω περιμένουν τα REO. Επιβιβαζόμαστε. Φτάνουμε στην Περίκλεια. Στροφή αριστερά. Περνάμε το χωριό Νότια. Και το Αετοχώρι. Έξω απ΄ τη Φούστανη βρίσκονται οι υπόλοιπες μονάδες. Συγκρότηση όπως-όπως. Οι μάχιμοι λόχοι θα παρελάσουν στη Φούστανη. Ξεκινάμε. Η μπάντα της Μεραρχίας παιανίζει «Μαύρ’ είν’ η νύχτα στα βουνά», «Μακεδονία ξακουστή» και άλλα εύηχα. Περνάμε, κατάκοποι, μπρος από την εξέδρα. Κεφαλή δεξιά ‘π! Επιτέλους τελείωσε… Άδεια σακιά ανεβαίνουμε ξανά στα οχήματα. Παίρνουμε το δρόμο της επιστροφής στη βάση μας…

*

Δυο χρόνια κοντά σας. Στης αγκαλιά σας τη θαλπωρή. Στο χνώτο της αγάπης σας. Στη ζεστασιά της ανθρωπιάς σας. Άνθρωποι και τόποι και τρόποι του Κιλκίς και της Πέλλας. Αξιέ, ποτάμι μου, το μουρμουρητό των νερών σου νανούρισε τη μοναξιά μου στις σκοπιές τις άγριες νύχτες. Βαρδάρη, άνεμε πού ‘φερνες φρεσκάδα του βορρά και δεν μπορούσαν ν΄ απαγορέψουνε στο σύνορο την είσοδό σου οι στρατοκράτες. Βαρδάρη, αγέρα μου, έτρεμε το φυλλοκάρδι της μάνας μου βλέποντας το γιο της στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες, με το χιόνι σε διαγώνιες ριπές απ’ την ορμή σου. Ζάβαλη μάικω και μητέρα και μάνα και μα… Βουνά μου, περήφανα βουνά, Πάικο και Τζένα και Πίνοβο και Καϊμάκτσαλαν και Καρακάμεν με τα κόκκινα ξέφωτα. Αγέρωχα βουνά, κάτω απ’ τον μολυβένιον ουρανό, αξιώθηκα και μέτρησα τα χνάρια του αγριμιού πάνω στο χιόνι, ακούγοντας τα βογκητά των σκοτωμένων του Εμφυλίου μέσα στο στέρνο σας. Πόσες φορές αναρωτήθηκα τα ίχνη των πελμάτων μου που οδηγούν την πληγωμένη μου νιότη. Ξωκλήσι του Άϊ-Γκιώργκη, στο ταπεινό στασίδι σου καταπράυνα την απόγνωσή μου ρίχνοντας άνθη στο καταραμένο φίδι, έτσι καθώς σπαρτάραγε, τρυπημένο από το δόρυ του τροπαιοφόρου, στην εικόνα. Ρίχνοντας άνθη φιμωμένου λόγου στο φιλιατρό που μόλεψεν η ύβρις του χουντόδρακου.

Κι ώ! πώς σας νοσταλγώ τοπία της ερημιάς μου… Αγκαθωτά χωριά που γίνατε χλόη παρηγοριάς και φράχτης προστασίας για τόσους και τόσους κεκαρμένους κι αποσυνάγωγους.  Κι αφού μακεδονίτικα πουλιά λαλούν μακεδονίτικα, έτσι λαλώ κι εγώ πατρίδες της νιότης μου προσαγορεύοντάς σας: Χαίρετε, λοιπόν, Ματσούκοβο, Σέχοβο, Ραγκούνοβετς, Μποέμιτσα, Πάζαρ! Χαίρε, με τα χάλκινά σου, Γκούμεντζα! Χαίρε πράσινο Βέρτικοπ! Χαίρετε Μάγκιανταγκ, Λούμνιτσα, Κούκουσκο, Κρίβα, Μπαρόβιτσα! Χαίρε Γκόλεμο Λιβάντι μες στην ομίχλη! Χαίρετε Όσσιανη, Τούδορτσι, Φούστανι, Τούσιανι, Γεντίκοϊ, Τσέρνα-Ρέκα, Κουφάλεβο, Μπάλτζα, Καριότιτσα, Λοζάνοβο, Κουζούσιανι Ρουσίλοβο! Χαίρετε Τρέστενικ, Βίγκονι, Ορίζαρι, Μπόρισλαβ! Χαίρε Όστροβο και χαίρε γοργόνερο Σούμποτσκο! Χαίρετε Ορεοβίτσα, Δάμποβο, Ίσβορο, Β’γκιένι, Τρέμπολιτς! Χαίρε δροσάτη μου Βόντεν όπου καταρρεί το της λίμνης του Οστρόβου ύδωρ, υπό γης κάτωθεν ρέον αφανώς και εκείσε πάλιν αναδυόμενον. Και, τέλος, γεια σου Ντόλνο-Γκραματίκοβ του ποιητή!

Κι ω! στίχοι που μου δοθήκατε σε κείνους τους τόπους της πίκρας μου, σ’ εκείνους τους θολούς καιρούς, σημειωμένοι σε ταβέρνες, σε σκοπιές, σε δίωρες άδειες, στο ΚΨΜ, σε στερήσεις εξόδου, σε αγγαρείες, πίσω από φύλλα πορείας, σε καρότσες στρατιωτικών οχημάτων, σε ασκήσεις, στην απομόνωση, σε διαδρόμους αναμονής μπορντέλων, σε θαλάμους των λόχων, στα πηχτά σκοτάδια της λύπης μου. Γιατί, το ξέρουμε πια, όταν είμαστε λυπημένοι γράφουμε ποιήματα.

Και αχ! νιότη μου, βρεγμένο σκυλί που σ’ έπαιρναν με τις πέτρες οι εξουσίες.
Κι ω! μνήμη, αρνάδα που βόσκησες το ματωμένο χορτάρι.


Ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης γεννήθηκε στη Δεσφίνα Φωκίδας τον Δεκέμβριο του 1951. Συνταξιοδοτήθηκε από τη βιομηχανία παραγωγής αλουμινίου, στα Άσπρα Σπίτια της Παραλίας Διστόμου, στη Βοιωτία, όπου και ζει, έχοντας εργαστεί, ως τεχνικός στην μηχανολογική συντήρηση.
Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές: Πτωχόν Μετάλλευμα (Εμβόλιμον 1990), Αμειψισπορά (Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκης Λεβαδείας 1996), Ενθύμιον (Καστανιώτης 2004),  Από μνήμης (Μελάνι 2010) και τη συγκεντρωτική έκδοση Πιστοποιητικά θνητότητας – ποιήματα 1970-2010, (Σύγχρονη Έκφραση, 2014) καθώς και το βιβλίο ιστορικής έρευνας Δίστομο 10 Ιουνίου 1944 – το Ολοκαύτωμα (Σύγχρονη Έκφραση 2010) για το οποίο τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Χρονικού – Μαρτυρίας 2011. Επίσης επιμελήθηκε τις Ανθολογίες ελληνικών ποιημάτων Ξένων αιμάτων τρύγος, (Γαβριηλίδης, 2014) και Χνάρια στο φιλιατρό των φίλων, (Γαβριηλίδης 2015).
Διευθύνει το λογοτεχνικό περιοδικό Εμβόλιμον, που εκδίδεται στα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας από το 1988, και μετείχε στη σύνταξη της έντυπης   εφημερίδας BookPress.
Δημοσιεύει επίσης δοκιμιακά σημειώματα και κείμενα λογοτεχνικής κριτικής.
Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά και ισπανικά.
Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2016

Στην κόλαση του έρωτα!



«Δάντης και Βεατρίκη» (1883). Πίνακας του Χένρι Χόλιντεϊ

του Γιώργη Γιατρομανωλάκη

Οι Πέτρινες Ρίμες, συνθεμένες το 1296-97 από τον 30χρονο Δάντη, συνδέονται οργανικά/θεματικά τόσο με τη Νέα Ζωή που συγκροτείται λίγα χρόνια νωρίτερα (1292-94) όσο και με το maximum opus της δυτικής λογοτεχνίας, τη (Θεία) Κωμωδία (1308-21), με την οποία κλείνει και ο κύκλος της επίγειας ζωής του ποιητή.

Δεδομένου ότι η ποίηση του Δάντη, κατά δήλωσή του, αντιγράφεται από το μέγα βιβλίο της μνήμης (αντίθετα, ο Ομηρος ομολογεί ότι καταγράφει όσα του υπαγορεύει η Μούσα, άειδε, έννεπε), τότε και οι τρεις συνθέσεις συνιστούν τρία αλληλεξαρτώμενα «αντίγραφα», κρίσιμα ομοίως για τον όποιο σχεδιασμό του τρόπου με τον οποίο συγκροτείται η σκέψη και η ποίηση του Δάντη.

Μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στις βραχείες Ρίμες (μόλις 260 12σύλλαβοι στίχοι) και στις δύο άλλες συνθέσεις είναι ότι εδώ το dolce stil nuovo (η νέου τύπου υφολογική ηδύτης) αντικαθίσταται από μια τραχιά γλώσσα που καταλήγει σε εκδικητική κραυγή («εκστατική βία») για έναν ανανταπόδοτο έρωτα: «Τραγούδι μου εσύ δράμε στη γυναίκα / που πήρε την καρδιά μου / και με χώρισε απ' ό,τι ο νους μου πόθησε· / πέτα, γίνε σαΐτα που βυθίζεται·/ τιμή με την εκδίκηση κερδίζεται».

Προφανώς δεν έχουμε έναν νέο ψογερό Αρχίλοχο, είναι όμως ενδιαφέρον πως ο ποιητής του Ιερού Ποιήματος που «κανονίζεται» με τη χάρη της pietosa donna μιλάει με τόσο ακονισμένη και απελευθερωμένη γλώσσα ώστε ο Ηarold Bloom να υποστηρίζει πως ακριβώς γι' αυτό οι μελετητές προσεγγίζουν «λαθραία» και «κρυφοκοιτάζουν» αμήχανοι τις Ρίμες. Την απάντηση τη δίδει ο Σεφέρης στη γνωστή και (κατά την άποψή μου) πολλαπλώς ενδιαφέρουσα δοκιμή του για τα 700 χρόνια του Δάντη (1966): «Ο Δάντης έχει μια τρομακτική ευαισθησία, είναι ένα σκεύος αγάπης (...) αλλά είναι συνάμα σκληρός και κοφτερός».

Η ανάλυση (και μάλιστα σε ένα βραχύ σημείωμα) ενός ποιήματος οργανωμένου πάνω σε μια τόσο πολύπλοκη στιχουργία και με διάνοια που εγγίζει τον αποκρυφισμό προφανώς δεν είναι εύκολη. Ωστόσο, πιστεύω πως ποιήματα συνθεμένα από μεγαλοφυΐες, όσο σκοτεινά και αν είναι (ακόμη και η «Αλεξάνδρα» του Λυκόφρονος), παρέχουν, μέσα από το λεκτικό τους, λαβές ερμηνείας. Οθεν και η δική μου αποκοτιά.

Οι Ρίμες αναπτύσσονται σε τέσσερα μέρη: ένα πρώτο και ένα τελευταίο canzone (6 στροφές, 72 στίχοι και 7/83 αντιστοίχως) και ενδιαμέσως μια sestina και μια sestina doppia (7/39 και 6/66). Στο 1ο canzone ό,τι προβάλλεται είναι η ορμητική αυτοσύσταση ενός ερωτευμένου που μέλλει να γίνει «ένας άνδρας από μάρμαρο» καθώς η αγάπη του «έχει καρδιά από μάρμαρο». Στις πέντε πρώτες στροφές, σε αντιπαραβολή με τα συμβάντα σε ουράνιο ή γήινο επίπεδο, αυτό που τονίζεται είναι ο νους που πετρώνει από έρωτα και η ανυποχώρητη καρδιά του ερωτευμένου απέναντι στην πέτρινη καρδιά εκείνης. Η 6η στροφή (που παραλλαγμένη θα επαναληφθεί στο τρίτο και στο τέταρτο μέρος) ορίζει με ποιον τρόπο θα λυθούν τα δεινά: η επώδυνη νίκη του ποιητή θα προκύψει μέσα από το τραγούδι του, την τέχνη του. Θέμα της sestina (του 2ου μέρους) είναι τώρα η παράξενη γυναίκα που «μένει ψυχρή σα χιόνι».

Η φυτική, φυσική εικονοποιία (λόφοι, ποταμοί, κλωνάρια, χορτάρια πράσινα, λουλούδια, βοτάνια κτλ.) συστήνει αυτή την πέτρινη γυναίκα, που «όταν φοράει στην κόμη το χορτάρι / διώχνει από τον νου μας καθε άλλη γυναίκα». Ο πόθος του ποιητή ριζώνει εκεί στο χώμα και στην πέτρα, στη σκιά μιας γυναίκας/πέτρας. Με τη sestina doppia ο ποιητής στρέφεται προς τον κύριό του, τον κυρίαρχο Ερωτα, και του καταγγέλλει την πέτρινη καρδιά εκείνης που κάνει το αίμα του να πετρώνει. Παρακαλεί: «Δύναμη εσύ που ήσουν πριν από τον καιρό / (πριν από) την κίνηση και το αισθητό φως (sensibil luce) / λυπήσου με στον δύσκολο καιρό· / μπες στην καρδιά της σαν από καιρό, / γιατί στον τόπο εκείνο τον ψυχρό / ξοδεύω εγώ τον λίγο μου καιρό...».

Στο τελευταίο canzone ο κοσμογονικός Ερωτας (του Ησιόδου) ορίζεται τώρα ως έρωτας επίπονα αισθηματικός και αισθησιακός και αναπτύσσεται η παμπάλαια πολεμική εικονοποιία του Ερωτα με τρόπο ιδιοφυή: ο πληγωμένος ποιητής θέλει να οξύνει τα λόγια του προσπαθώντας να μιμηθεί τον τρόπο με τον οποίο η γυναίκα/πέτρα «ομορφαίνει ολοένα και σκληραίνει». Η ωραία γυναίκα, η ντυμένη από ίασπι, είναι άτρωτη και ανελέητη. Οι σαΐτες της διαπερνούν κάθε ασπίδα. Ο ανυπεράσπιστος ποιητής, άσπρος, χωρίς αίμα (κατά το πρότυπο της Σαπφώς/Διδώς), διερωτάται: «Γιατί κι εκείνη να μη βρεθεί στην κόλαση του έρωτα και να ουρλιάζει μέσα στις φλόγες; Αμέσως θα τη συνέτρεχα, θα χάιδευα τα θεϊκά της μαλλιά και θα έπαιζα ερωτικά μαζί της: όχι αβρά αλλά ως ωμοφαγία, σαν την αρκούδα που παίζει και δαγκώνει». Ετσι θα γαλήνευε ο έρωτας του ποιητή. Αλλά αυτό δεν έγινε και ό,τι απομένει ειναι το παρηγορικό, πλην εκδικητικό τραγούδι. Ο ματαιωμένος έρωτας οδηγεί στη λυτρωτική τέχνη. Το ένα ορίζει και διαιωνίζει το άλλο.

Συνιστώ τη χαριτωμένη έκδοση της Αγρας και την επίπονα και επικίνδυνα αρθρωμένη (γι' αυτό και κάποτε ελλειπτική) μετάφραση του Κοροπούλη. Η Εισαγωγή του Harold Bloom και το Επίμετρο του μεταφραστή θα βοηθήσουν την ανάγνωση. Προτείνω επίσης να αναγνωσθούν οι Ρίμες παράλληλα με τη Νέα Ζωή, έξοχα μεταφρασμένη και σχολιασμένη από τον Νίκο Κούρκουλο (εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 1996).

Να τελειώσω με το μεγάλο ζήτημα της μετάφρασης (όχι μόνο του Δάντη) σύμφωνα με τον Σεφέρη, ο οποίος, από «μωρία» του, όπως λέει, στερήθηκε για πολλά χρόνια τη γνώση της δαντικής ποίησης. Στη Δοκιμή του 1966 αναφέρει τη γνώμη του Δάντη για τη μετάφραση, όπως διατυπώνεται στο Συμπόσιό του: «Ας ξέρει λοιπόν ο καθένας πως τίποτε που έχει την αρμονία του μουσικού δεσμού δεν μπορεί να μεταφερθεί από τη δική του γλώσσα σε μιαν άλλη χωρίς να τσακιστεί όλη η γλυκύτητα και η αρμονία του». Ο Σεφέρης εύχεται να αποκτήσουμε τη δική μας Κωμωδία στην οποία το πρωτότυπο θα συνοδεύεται από μιαν ελληνική μετάφραση σε πεζό, για να μπορέσουμε να την εννοήσουμε σε βάθος. Για τις υπάρχουσες μεταφράσεις της Κωμωδίας έχει δίκιο. Για τη Νέα Ζωή και τις Ρίμες ίσως να άλλαζε γνώμη. Εκείνο πάντως που δεν θα μπορούσε να ανεχθεί (σε ενδογλωσσικό και διαγλωσσικό επίπεδο) είναι το εξής: υψηλά και ευγενικά κείμενα, συνθεμένα με γλυκύτητα και αρμονία, να αποδίδονται με τρόπο χυδαίο και ταπεινωτικό.

ΠΕΤΡΙΝΕΣ ΡΙΜΕΣ - RIME PETROSE



                           ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ-ΕΠΙΜΕΤΡΟ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΡΟΠΟΥΛΗΣ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ: HAROLD BLOOM
                                                              
                                                                    Εκδόσεις ΑΓΡΑ

Σαν να’ταν η πιο σπλαχνική γυναίκα,
στη δούλεψή της κάλεσα το φως,
το σκότος και τον λίγο μου καιρό∙
για τι άλλο άραγε να’χα καιρό;

«Αποφάσισα», λέει ο Δάντης στη Νέα Ζωή για τη Βεατρίκη, τον διά βίου έρωτά του, «να μη μιλήσω πιά για την ευλογημένη γυναίκα ώσπου να μπορέσω αντάξιά της για κείνην να ιστορήσω» και «να πω για κείνην αυτό που δεν ειπώθηκε για καμία».
Δυό χρόνια αργότερα θα γράψει για μιαν άλλη γυναίκα, άγνωστη, τις Rime Petrose.

Στα ποιήματα των RIME PETROSE ακόμη και η ποίηση νικιέται καθώς το μαρτύριο του ερωτευμένου ξεπερνά τα όρια αυτού που μπορεί να λεχθεί. Τον Δάντη οι Rime Petrose τον σημάδεψαν ανεξίτηλα προπάντων με την τραχύτητα της γλώσσας που απελευθέρωσαν. Τα ποιήματα αυτά δεν είναι απλώς καλλιτεχνική «παρέκβαση», αλλά το αναγκαίο προοίμιο στην Κωμωδία (La [Divina] Commedia), που μάλλον δεν θα γραφόταν ποτέ στους γλυκείς τόνους του dolce stil novo. «Ο ρεαλισμός», παρατηρεί ο Salvatore Quasimodo, «η μεγαλειώδης ποίηση του Δάντη, γεννιέται στις Rime Petrose: τα συναισθήματα εδώ δεν είναι θέμα αναγωγής∙ γεννιούνται απ’ το κορμί, που το δέρνουν πραγματικά ο αέρας, η βροχή, το χαλάζι».
Κατά πάσα πιθανότητα οι Rime Petrose συνετέθησαν το 1296 ή το 1297 – δηλαδή, μετά τη Νέα Ζωή (La Vita Nuova), αλλά πριν το Συμπόσιο (Convivio).
O Charles S. Singleton αποκάλεσε τις ιδανικεύσεις των τροβαδούρων «έρωτα χωρίς πιθανότητα γαλήνης». Στις Rime Petrose βλέπουμε, πράγματι, έναν έρωτα χωρίς πιθανότητα γαλήνης – ωστόσο, εδώ, οι κανόνες της ιπποτικής ποίησης «σπάνε» καθώς ο ανανταπόδοστος πόθος σταδιακά μετατρέπεται σε εκστατική βία.
Το «lo son venuto», το πρώτο ποίημα, εισάγει το κεντρικό μοτίβο των Rime Petrose : ένα κορίτσι σαν πέτρα – ψυχρό απέναντι στο πάθος του ποιητή και την ίδια στιγμή σπάνιο σαν πολύτιμος λίθος. Στη sestina ο Δάντης αναγνώρισε το ιδεώδες όχημα για την ποίηση του ανανταπόδοτου έρωτα. Το νόημα καθεμιάς από τις έξι όλες κι όλες λέξεις με τις οποίες τελειώνουν οι στίχοι βαθαίνει από στροφή σε στροφή, αντανακλώντας την έμμονη κυκλικότητα της σεξουαλικής επιθυμίας – και υπνωτίζοντας το κοινό και τον ποιητή. Η λέξη ombra, λόγου χάριν, άλλοτε σημαίνει «σκιά» κι άλλοτε «φάντασμα», αλλά συμβολίζει πάντοτε τη μαυρίλα του θανάτου. Η petra, που χρησιμοποιήθηκε στην αρχή ως προσωποποίηση της γυναίκας, καταλήγει να υποδηλώνει τον τάφο.
HAROLD BLOOM

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2015

ο φιλελληνισμός του Ιουλίου Βερν

Πηγή:http://www.istorikathemata.com/2010/08/blog-post.html


Ο Ιούλιος Βερν γεννήθηκε στις 8 Φεβρουαρίου 1828 στην Νάντη της Γαλλίας. Είναι ο συγγραφέας δεκάδων μυθιστορημάτων που είμαι σίγουρος πως πολλοί από εμάς έχουμε διαβάσει στα παιδικά μας χρόνια (ενδεικτικά μόνο από αυτά που έχω διαβάσει στα παιδικά μου χρόνια: 20.000 λεύγες κάτω από την Θάλασσα, μυστηριώδης νήσος, Ροβήρος ο κατακτητής, τα 

παιδιά του πλοιάρχου Γκραντ, μπροστά στη Σημαία, από την γη στην σελήνη, ο γύρος του κόσμου σε 80 μέρες, οι περιπέτειες της κας Μπράννιγκαν, ο δεκαπενταετής πλοίαρχος, ο φάρος στην άκρη του κόσμου). Τα βιβλία του χαρακτηρίζονται από το γλαφυρό τους ύφος, την επιστημοσύνη και την πολυπραγμοσύνη τους, αλλά και την γόνιμη φαντασία του συγραφέα. Εδώ θα ασχοληθούμε με τον φιλελληνισμό των έργων του Ιουλίου Βέρν που εκδηλώθηκε την κρίσιμη εικοσαετία 1870-1890, σε μια εποχή που η προπαγάνδα του πανσλαβισμού και οι ανθελληνικές θεωρίες του Φαλμεράγιερ μεσουρανούσαν στην Ευρώπη.
Ήδη από το 1870 ο Ιούλιος Βερν έστειλε τον «Ναυτίλο» του, με τον μυστηριώδη Ναύαρχο Νέμο, να διαπλεύσει τα νερά του Αιγαίου. Με τον Ναύαρχο Νέμο ο Ιούλιος Βερν δημιούργησε έναν μυθικό ήρωα, έναν αμείλικτο εχθρό της αποικιοκρατίας ο οποίος παρέδωσε σε έναν Έλληνα δύτη ράβδους χρυσού, που είχε ανασύρει από τα βάθη του κολπίσκου του Βίγκο, με σκοπό να βοηθήσει την εξέγερση της Κρήτης. Αυτή ήταν η συμβολική βοήθεια του Γάλλου συγγραφέα στην


ελληνική υπόθεση, και αν τα χίλια κιλά χρυσό που μετέφερε στο υποβρύχιο του ο απόκοσμος καπετάνιος δεν έφθασαν ποτέ στα χέρια των Κρητών αγωνιστών, σίγουρα μέσα από τις σελίδες του βιβλίου ο αγώνας τους για ελευθερία και δικαίωση έγινε γνωστός σε εκατομμύρια αναγνώστες οι οποίοι διάβασαν και συνεχίζουν να διαβάζουν το βιβλίο.

Φυσικά, δεν είναι μόνο ο Ναύαρχος Νέμο που περνώντας από την Κρήτη δωρίζει μια κασέλα γεμάτη χρυσάφι ως προσφορά στον αγώνα της νήσου για την ανεξαρτησία της. Στην καμπίνα του Νέμο-Βερν συγκεντρώνονται όλοι οι μεγάλοι άνδρες οι οποίοι πρωτοστάτησαν στον αγώνα για την ελευθερία των Εθνών, συγκροτώντας μια θαυμάσια πινακοθήκη προσωπικοτήτων: ο Kosciusko, ο Μπότσαρης, ο Manin και ο O’ Connel, αξιοσέβαστοι πατριώτες, Πολωνός, Έλληνας, Ιταλός και Ιρλανδός αντίστοιχα, συναντώνται με τον Washington, τον Lincoln και τον John Brown, τον μάρτυρα της νέγρικης φυλής.




Αλλά το κατ΄εξοχήν έργο που εκφράζει τον Φιλελληνισμό του Βερν είναι "το Αιγαίο στις φλόγες" (ελεύθερη μετάφραση στα Ελληνικά του πρωτότυπου τίτλου "Archipel en feu"). Η υπόθεση του έργου τοποθετείται λίγο πριν και λίγο μετά από τα γεγονότα της Ναυμαχίας του Ναβαρίνου και αποτελεί έναν ύμνο για τον ελληνικό ηρωισμό, ενώ ταυτοχρόνως παρουσιάζει με πολύ ζωντανά χρώματα τη συμμετοχή στον αγώνα των


Φιλελλήνων, οι οποίοι ανιδιοτελώς είχαν σπεύσει να βοηθήσουν τους επαναστατημένους και να μοιρασθούν μαζί τους τους πόθους, τα ιδανικά, αλλά και τις κακουχίες τους. Η πλοκή του έργου παρακολουθεί τις περιπέτειες του Γάλλου Φιλέλληνα ναυτικού Ερρίκου Ντ΄αλμπαρε και την προσπάθεια του ως καπετάνιου Ελληνικού πλοίου να καταστείλει την πειρατεία στο Αιγαίο για λογαριασμό της Ελληνικής κυβέρνησης (στην πραγματικότητα αυτό το έργο το έφερε εις πέρας ο Μιαούλης το 1828 μετά από διαταγή του Καποδίστρια).

Η εξέλιξη της πλοκής αποθεώνει τον Ρομαντισμό, τον πατριωτισμό, την ανιδιοτέλεια και την θυσία, την πιστή φιλία και τον δυνατό έρωτα. Άλλη κεντρική ιδέα του βιβλίου είναι η προδοσία της πατρίδας σαν μια πράξη - ύβρι αποκρουστική και αντικοινωνική ενώ η τελική κάθαρση της που προσφέρει ο συγγραφέας με την τιμωρία του υβριστή στο τέλος της ιστορίας αποτελεί την κορύφωση αλλά και τον πυρήνα, το κεντρικό νόημα της διήγησης. Παραθέτω κάποια αυτούσια αποσπάσματα από το βιβλίο:

"...Πάνω από διακόσια χρόνια η πολιτική ζωή της Ελλάδος είχε σβήσει τελείως. Δεν περιγράφονται όσα υπόφεραν οι Έλληνες! Ήτανε σκλάβοι κάτω από το κνούτο του πασά, με τον ιμάμη δεξιά και τον τζελάτη, τον δήμιο, δεξιά του. Μα η σπίθα της ζωής δεν είχε σβήσει στην ετοιμοθάνατη αυτή Χώρα και ανατινάχτηκε έξαφνα μέσα από τον μεγάλο πόνο. Οι Σουλιώτες στα 1776, οι Μανιάτες στα 1769, οι Κρητικοί στα 1770 επαναστάτησαν και κήρυξαν την ανεξαρτησία τους. Μα οι Τούρκοι πνίγανε στο αίμα κάθε φορά όλη αυτή την προσπάθεια της λευτεριάς.

Μα στα 1821 οι Έλληνες όλοι είχαν ορκιστεί "ελευθερία η θάνατος". Και σήκωσαν την ιερή σημαία της Επανάστασης. Πολεμούσαν τον τύραννο στεριά και θάλασσα. Ο κόσμος γέμισε από τα δοξασμένα ονόματα Τομπάζης, Τσαμαδός, Μιαούλης, Κανάρης, Κολοκοτρώνης, Μάρκος Μπότσαρης, Υψηλάντης,


Οδυσσέας Ανδρούτσος και τόσοι άλλοι. Ευθύς από την αρχή η επανάσταση έγινε πόλεμος μέχρι θανάτου. Ένας από τους δύο αντιπάλους έπρεπε να αφανιστεί από το χώμα της Ελλάδας...."

"..Φαίνεται πως οι Έλληνες πήραν από το άστατο έδαφος της Χώρας τους την φυσική και ψυχική ταραχή, που τους σπρώχνει στις μεγαλύτερες υπερβολές και στους πιο μεγάλους ηρωισμούς. Με τε φυσικά τους προτερήματα και το ακαταδάμαστο θάρρος, τη φιλοπατρία και την αγάπη της λευτεριάς κατόρθωσαν να ελευθερώσουν την Χώρα τους από την σκλαβιά, όπου τόσους αιώνες στέναζε..."

Στο έργο αναφέρονται ονομαστικά η Μαντώ Μαυρογένους, η Μπουμπουλίνα και άλλοι αγωνιστές και αγωνίστριες που έδωσαν τα πάντα για τον αγώνα και οι οποίοι είχαν τραγική μοίρα. Το "Αιγαίο στις φλόγες" υπήρξε ένα αγαπημένο μου ανάγνωσμα στα παιδικά μου χρόνια και αναμφίβολα αποτελεί μια πολύτιμη προσθήκη για κάθε Ελληνική βιβλιοθήκη.

Πηγές:

Ιούλιος Βερν, Το Αιγαίο στις φλόγες, εκδόσεις Αστέρος