Κυριακή 13 Απριλίου 2014

Καβάφης "Καισαρίων"


Εν μέρει για να εξακριβώσω μια εποχή,
εν μέρει και την ώρα να περάσω,
την νύχτα χθες πήρα μια συλλογή
επιγραφών των Πτολεμαίων να διαβάσω.
Οι άφθονοι έπαινοι κ’ η κολακείες
εις όλους μοιάζουν. Όλοι είναι λαμπροί,
ένδοξοι, κραταιοί, αγαθοεργοί·
κάθ’ επιχείρησίς των σοφοτάτη.
Aν πεις για τες γυναίκες της γενιάς, κι αυτές,
όλες η Βερενίκες κ’ η Κλεοπάτρες θαυμαστές.


Όταν κατόρθωσα την εποχή να εξακριβώσω
θάφινα το βιβλίο αν μια μνεία μικρή,
κι ασήμαντη, του βασιλέως Καισαρίωνος
δεν είλκυε την προσοχή μου αμέσως.....




A, να, ήρθες συ με την αόριστη 
γοητεία σου. Στην ιστορία λίγες
γραμμές μονάχα βρίσκονται για σένα,
κ’ έτσι πιο ελεύθερα σ’ έπλασα μες στον νου μου.
Σ’ έπλασα ωραίο κ’ αισθηματικό.
Η τέχνη μου στο πρόσωπό σου δίνει 
μιαν ονειρώδη συμπαθητική εμορφιά.
Και τόσο πλήρως σε φαντάσθηκα,
που χθες την νύχτα αργά, σαν έσβυνεν
η λάμπα μου —άφισα επίτηδες να σβύνει—
εθάρρεψα που μπήκες μες στην κάμαρά μου,
με φάνηκε που εμπρός μου στάθηκες· ως θα ήσουν
μες στην κατακτημένην Aλεξάνδρεια,
χλωμός και κουρασμένος, ιδεώδης εν τη λύπη σου,
ελπίζοντας ακόμη να σε σπλαχνισθούν
οι φαύλοι —που ψιθύριζαν το «Πολυκαισαρίη». 


(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984) 



Διονύσιος Σολωμός

Σάββατο 5 Απριλίου 2014

Ο χωρίς υπούργημα Ναπαίος

Ο χωρίς υπούργημα Ναπαίος
(Ναπαίοι: το Ρωσικό κόμμα)

Αλεξάνδρου Σούτσου.




Στην Ελλάδα ζει ακόμα
Έν απελπισμένον Κόμμα
Όπου εύχεται ο κόσμος να χαλάσει ολικώς
κ' η Κυβέρνησις να πάγει κι η Ελλάς κακήν κακώς.
Ένας καθ΄αυτό Ναπαίος, που δεν έλαβε δουλειά
έλεγε προχθές θρηνώντας και τραβώντας τα μαλλιά.

'Απ' το πείσμα μου θα σκάσω... αχ υπούργημα δεν έχω..
Στου Ναυπλιού τους δρόμους νέα να σκορπίσω καν δεν τρέχω;
Της Ευρώπης κύριοί μου όλη άλλαξε η στάσις
Κύριοί μου, δεκαπέντε φύτρωσαν επαναστάσεις.

Ωσάν της τρελλής ο κόσμος θε να γένει τα μαλλιά
(πήραν το Υπούργημά μου... έμεινα χωρίς δουλειά)

Διάβασα εφημερίδες κι έχω ένα σακκί νέα
εξεθρόνισαν τα έθνη άλλον ένα βασιλέα
Οι Φραντσέζοι άνω κάτω. Πόλεμος στην Πολωνίαν.
Άναψε το Πιεμόντε. Στο Μαδρίτ, αποστασία.

Ωσάν της τρελλής ο κόσμος θε να γένει τα μαλλιά
(πήραν το Υπούργημά μου... έμεινα χωρίς δουλειά)

Η Ρωσία η Αγγλία κ η Προυσία ενωμένες
Η Γαλλία κι η Αγγλία με κρυφούς δεσμούς δεμένες
χιλιάδας χιλιάδων στρατιώτας θα σηκώσουν
Δύσις, Άρκτος, Μεσημβρία και θα πάρουν και θα δώσουν.

Ωσάν της τρελλής ο κόσμος θε να γένει τα μαλλιά
(πήραν το Υπούργημά μου... έμεινα χωρίς δουλειά)

Όταν σπάσ' η συμμαχία, η Ελλάς μας τι θα γένει;
και αυτή θα λάβει μέρος ή ουδέτερη θα μ'ένει;
Εκστρατείαν ο Σουλτάνος κατεπάνω μας αν στείλει
οι Φραντσέζοι θα μας είναι ή οι Ρώσοι στενοί φίλοι;

Ωσάν της τρελλής ο κόσμος θε να γένει τα μαλλιά
(πήραν το Υπούργημά μου... έμεινα χωρίς δουλειά)

Στα τριαντατρία λέγουν πως κομήτης θα περάσει
πως θα πιεί την θάλασσάν μας και την γην μας θα χαλάσει.
Ανω κάτω θάλθουν τότε βασιλείς αριστοκράται
Ανω κάτω Σιμωνίσται. Ανω κάτω Δημοκράται.

Ωσάν της τρελλής ο κόσμος θε να γένει τα μαλλιά
(πήραν το Υπούργημά μου... έμεινα χωρίς δουλειά)

Καλό και Κακό στον Ερωτόκριτο




"Διάλεξε απ' όλα τ' άρματα, άλογον και κοντάρι,
 πολέμησε τον Θάνατον, αντρειέψου, μη σε πάρει.
Άριστε, πώς τον ήφηκες τον Χάρο να νικήσει; 
 Η ομορφιά σου πώς να μπει στον Άδη, ν' ασκημίσει;"

Από τον Ηρόδοτο, που εξυμνεί την τιμιότητα των Περσών, τον Αλέξανδρο που εκδικήθηκε την δολοφονία του Δαρείου, από το Έπος του Διγενή που υμνεί τα κατορθώματα του Αμιρά εναντιον της Αυτοκρατορίας, τον Μακρυγιάννη που ομολογεί πως ο Τούρκος "έτρωγε ποντίκια και μας γάμησεν το κέρατον", η Ελληνική Σκέψη αρνήθηκε να παρουσιάσει τον Εχθρό σαν εκπρόσωπο του Κακού επί της Γης. 
Ιδού λοιπόν ο θρήνος του Κορνάρου για έναν νεκρό εχθρό, το Άριστο, που νικήθηκε από τον Ερωτόκριτο μετά από φοβερή μονομαχία. 
Αντικείμενο της μονομαχίας ήταν η ανεξαρτησία της πόλης της Αθήνας, που υπεράσπιζε ο Ερωτόκριτος.
Δημήτρης Σκουρτέλης

{Αποσπάσματα}

Παραγλιστρά ο Ρωτόκριτος, πέτρα τον πεδουκλώνει, 

        κι ο Άριστος αποπάνω του βαρίσκει και λαβώνει.
Παρά ποτέ ο Ρωτόκριτος τη δύναμη μαζώνει,
        τ' Αρίστου δίδει κοπανιά, για πάντα τον-ε σώνει.
Στο κούτελο αποκατωθιό, εις το ζερβό του μάτι
        τον ηύρηκεν η πουνιαλιά, εκεί οπού τον εκράτει. 
Όλα τα σίδερα περνά, και σώνει στα μυαλά του,
        η δύναμή του ετέλειωσε, κ' εχάθηκε η αντρειά του.

Δεν απομένει α[γ]δίκωτος (μ' ακούσετε ίντα εγίνη),
        του Ρώκριτου μιάν κοπανιά δίδει την ώρα κείνη.
Περνά τ' ατσάλ[ι]ν από μπρός το σιδερό ζυπόνι, 
        ανοίγει του όλα τ' άρματα, στη σάρκα τον-ε σώνει,
εις το βυζί αποκατωθιόν, εις τση καρδιάς τον τόπον,
        εκεί που βρίσκεται η πνοή κ' η ζήση των ανθρώπων.
280 Μέσα στη σάρκα κά[μ]ποσον το σίδερον εμπήκε,
        πλιά παρά ζωντανό, νεκρόν ετότες τον αφήκε. 
Κι ολίγο-λίγον ήλειψε να τον-ε πάρει ο Χάρος,
        μα'ζησε, κ' εγιατρεύτηκε με πάθη και με βάρος.

Τρέχου' οι Ρηγάδες να τους δουν, τρομάρα τούς επιάσε,
        κι όλοι τως τον Ρωτόκριτο λογιάζουν πως εχάσε.
Εβγάνουσίν τως τ' άρματα, και το ζιμιόν εφάνη,
        ποιός είναι οπού ψυχομαχεί, και ποιός μπορεί να γιάνει.

§Ωσάν ανθός και λούλουδον, πό'χει ομορφιά και κάλλη,
        κ' είναι στον κάμπο δροσερό με μυρωδιά μεγάλη,
κ' έρθει τ' αλέτρι αλύπητα, βαθιά το ξεριζώσει,
        ψυγεί ζιμιό και μαραθεί, κ' η ομορφιά του λιώσει, 
χλομαίνει αν είναι κόκκινον, κι άσπρον αν [έν'] μαυρίζει,
        και μπλάβο αν είναι λιώνεται ζιμιό και κιτρινίζει,
χάνει ομορφιά και μυρωδιά, κάλλη και δροσερότη,
        γερά ζιμιό και ψύγεται, και πλιό δεν έχει νιότη―
έτσ' ήτον και στον Άριστον, όντεν η ψη του εβγήκε, 
        με δίχως αίμα, άσπρο, χλομόν, ψυμένον τον αφήκε.

Ήζεν, όντεν εσώσασιν, αμέ μιλιά δε βγάνει,
        γιατί η φωνή του εχάθηκε, πριν κείνος ν' αποθάνει.
Είχε πνοήν, εστρέφετο, το Βασιλιόν εθώρει,
        μα να μιλήσει και να πει τά'θελε, δεν ημπόρει. 
Εσήκωσε τη χέραν του, το Μπάρμπα του αγκαλιάστη,
        κ' ήβγαλεν αναστεναμόν, ό,τι τον εδυνάστη.
Ήκλαιγε ο Βλάχος να θωρεί τέτοιον αϊτόν σφαμένον,
        ασούσουμον κι ανέγνωρον, κ' αιματοκυλισμένον.
Σ' τσ' αγκάλες του τον-ε κρατεί, φιλεί τον εις τα χείλη, 
        στέκει, ανιμένει να του πει και να του παραγγείλει.
Μα εκεί δεν ήτο δύναμις, ουδέ φωνή στο στόμα,
        ήρθεν η ώρα να γενεί η σάρκα πάλι χώμα.
281 Και μ' έναν αναντράνισμα σαν παραπονεμένο,
        είπε ένα λόγο σιγανό· "Μπάρμπα μου, εδά αποθαίνω."
Και πάραυτα εξεψύχησε, τα μάτια του εσφαλίσαν,
        τα μέλη του ενεκρώσασι, πλιό ζωντανά δεν ήσαν.
Κι όντεν εμίσεψε η ψυχή και το κορμί-ν αφήκε,
        ένας μεγάλος βροντισμός στον Ουρανόν εβγήκε.
Κ' έναν ανεμοστρόβιλο θωρούν σκοτεινιασμένον, 
        και τριγυρίζει το κορμί του Νιού το αποθαμένον.

Οι Βλάχοι κλαίγουν, δέρνουνται, τον πόνο εφανερώναν,
        κ' εκεί οπού του εσιμώνασι, δάκρυα τον εκουκλώναν.
Πλιότερα απ' όλους του Ρηγός το πρόσωπο είν' θλιμμένον,
        κι από μεγάλη συννεφιάν και νέφη πλακωμένον. 
Την κεφαλήν και το κορμί ζιμιό του ξαρματώνει,
        το στόμα-ν εις το στόμα του λυπητερά σιμώνει.
Φιλεί και κανακίζει το[ν], παρηγοριά δεν έχει.

                  ΒΛΑΝΤΙΣΤΡΑΤΟΣ
        Λέγει του· "Κανακάρη μου, κι ας το'θελα κατέχει,
πως ήμελλε να σκοτωθείς για όνομά μου εμένα, 
        να'θελα δώσει του Ρηγός τά μου'χε ζητημένα.
Κ' εκείνα, κι άλλα πλιότερα, κι ό,τι κι αν αφεντεύγω,
        παρά να χάσω έτοιον υ-Γιόν, οπού αν τον-ε γυρεύγω,
όπού'ναι ο Νότος κι ο Βορράς, η Ανατολή κ[' η] Δύση,
        δεν τον ευρίσκω, κι άλλον πλιό δεν ήκαμεν η Φύση."
-----------------------------------
Και με φωνή λυπητερήν ήλεγε· "Καλογιέ μου,
        ανασηκώσου αποδαυτού, έλα, και βούηθησέ μου.
Διάλεξε απ' όλα τ' άρματα, άλογον και κοντάρι,
        πολέμησε τον Θάνατον, αντρειέψου, μη σε πάρει.
Άριστε, πώς τον ήφηκες τον Χάρο να νικήσει; 
        Η ομορφιά σου πώς να μπει στον Άδη, ν' ασκημίσει;
Μηδέ μου παραπονεθείς, και μη βαραίνει η ψη σου,
        αν εις-ε τόσον κίντυνον ήβαλα το κορμί σου.
284 Και τά θωρώ δεν τα'λπιζα, μα'λεγα να νικήσεις,
        γιατ' ήσουν άξος μοναχός χίλιους να πολεμήσεις. 
Κι αν το'χα ξεύρει το γνοιανό, που με κινά και κλαίγω,
        τσι χώρες μου όλες ήδιδα, κι ό,τι κι αν αφεντεύγω.
Κ' εσύ να μη βλαβείς ποτέ, μα'λπιζα σ' έτοια κάλλη,
        να'χομεν και τα κέρδητα και μιά τιμή μεγάλη.
Μα επείς κ' η Μοίρα το'θελε κ' έτοιας λογής εσφάγης, 
        μηδέ μου παραπονεθείς στον Άδην, οπού πάγεις.
Ανάθεμά την, τη βουλή, που'καμα να κινήσω
        με τα φουσάτα απ' τη Βλαχιά, να'ρθω να πολεμήσω!
Εχάσα χώρες και χωριά, και σε σκλαβιά λογούμαι.
        Τούτα δε με βαραίνουσι, τούτα δεν τα λυπούμαι.
Όλα τα φτιάνουν οι καιροί, κι όλα τα κατατάσσουν,
        ταχιά κερδαίνουσι πολλοί, σήμερον ό,τι χάσουν.
Μα ο μισεμός σου, Καλογιέ, πόνον πολύ μου φέρνει,
        κι ό,τι μου πήρε ο Θάνατος, πλιό δε μου το γιαγέρνει."

                  ΠΟΙΗΤΗΣ
Ήσυρνε γένια και μαλλιά, δέρνει τα γόνατά του, 
        πόνο σε φίλους και σ' οχθρούς δίδουν τα κλάηματά του.
Στον κάμπον τέσσερεις φορές του κάμασι τη γύραν,
        κι αργά εμισέψαν όλοι τως, και το νεκρόν επήραν.
Δίδου' βουλήν, εις τη Βλαχιά να πά' να τον-ε θάψουν,
        για να'ρθουν τα περίγυρα κ' οι χώρες να τον κλάψουν. 

Πέμπτη 3 Απριλίου 2014

ΓΙΑΝΝΗ ΨΥΧΑΡΗ ΡΟΔΑ ΚΑΙ ΜΗΛΑ


(Απόσπασμα) 
Λοιπόν οι κακές σημασίες τι είναι; Ανοησίες κι απροσε­ξίες της καθαρέβουσας. Η καθαρέβουσα μας έμαθε κι άλλα που εννοείται μας τα ξαναλέει ο κ. Σωτηριάδης, επειδής είναι στενός φίλος της δημοτικής, κι αφτά είναι που η λέξη Ρωμιός και Ρωμιοσύνη μας έκοψε την εθνική παράδοση. Εδώ πια τι να σας πω; Δε μου φτάνει το φαρμάκι, πρέ­πει να με σφάξετε μια και καλή, γιατί δε νοιώθω. Πώς ο Ρωμιός να κόφτει άραγες την παράδοση, αφού η παρά­δοση είναι ίσα ίσα ο Ρωμιός; 

Ή μήπως από τον Περικλή και τον Αλκιβιάδη θα κατέβουμε γραμμή ως τον Όθωνα; Δε συνέβηκε τίποτις στ’ αναμεταξύ; Θαρρώ πως συνέβηκαν κάμποσα και σπουδαία μάλιστα και σημαντικά, μα δεν είδα έθνος στη ζωή μου που να χαντακώνεται σαν το ρω­μαίικο, που από την πρόληψη, από το δασκαλισμό, να καταστρέφει τις δόξες του τις αληθινές, γιατί στο διάστημα που λέμε κι όσο βάσταξε το Βυζάντιο, συνέβηκαν πράματα πολλά και μεγάλα, που χρέος του Ρωμιού να τα θυμάται και να τα μελετά.

Συνέβηκε πρώτα πρώτα που το λατινικό το στοιχείο το ’χαψε μια μορφιά, ώσπου να γίνει άφαντο, και πως τους Λα­τίνους το κάτω κάτω τους άλλαξε ο Ρωμιός όνομα και πίστη, αφού το Ρωμαίο τον έκαμε Ρωμιό, πάει να πει Έλληνα. Είναι κατόρθωμα περίφημο και που ο λογισμός του ιστο­ριογράφου απορεί, να το κατάφερε τέτοιο πράμα, δηλαδή να καταχτήσει το ρωμαίικο, που σήμαινε πρώτα το λατινικό - μην το ξεχνούμε - να σημαίνει σήμερις παντού ελληνισμό, και μάλιστα ελληνισμό κι ορθοδοξία συνάμα. 

Έτσι τα βλέπουνε στην Εβρώπη, έτσι τα είπα κι ο ίδιος μιλώντας σ’ Εβρωπαίους, που τους φαίνεται και νόστιμο, με το πνέμα του, με το κουράγιο του, με τη μαργιολιά του, να νίκησε δέφτερη φορά ο νικημένος το νικητή, ο Ρωμιός το Ρω­μαίο, με τρόπο που να του πάρει ως και τη δόξα την καμα­ρωμένη του, τ’ όνομά του. [Κοίτ. De Mytilene en Bretagne, Grande Revue 1er fevrier 1902, σελ 297 και Krumbacher, Byz. Lit. g., 2 έκδ. σελ. 3]

Είπαμε άλλου πως συνέβηκε και κάτι άλλο πολύ πιο σπουδαίο, και πως η Ελλάδα, στο Βυζάντιο κι από το Βυ­ζάντιο, έμαθε τον εθνισμό της, έμαθε δηλαδή να είναι μια, έμαθε να είναι για πάντα ενωμένη, έμαθε να είναι σήμερις και βασίλειο ένα, πράμα που στην αρχαία την Ελλάδα θα ήτανε πρωτάκουστο, που δε θα το καταλάβαινε τότες κανένας πως μπορούσε άξαφνα ένα Νησί σαν την Κρήτη να γυρέβει ένωση, γιατί στα χρόνια τα παλιά θα γύρεβε να γίνει κράτος χωριστό, να πολεμήσει κιόλας τις άλλες ελληνικές πολιτείες, για να δυναμώσει αφτό.
Κάτι κερδίσαμε λοιπόν κι από το Βυζάντιο. Μα μήπως τάχα δε θαρρείτε πως κερδίσαμε κι άλλα, που δεν τα παίρ­νει το μάτι αμέσως, γιατί πρέπει να ψάξεις κατάβαθα στην ψυχή, να τα δεις μέσα της; Μήπως δε θαρρείτε πως του Κωσταντίνου ο στρατός, πως του Ιουστινιανού οι πολέμοι, πως οι νίκες του Φωκά, πως του Βουλγαροχτόνου η ακαταδάμαστη πιμονή, πως τόσοι και τόσοι λαοί χτυπημένοι, τόσες μάχες, τόσα μεγαλεία, μήπως δε θαρρείτε, με τα δυστυχήματα μαζί, ναι! ως και με το πάρσιμο της Πόλης, δε θαρρείτε πως ζουν αφτά όλα στο αίμα, το ρωμαίικο και μέρα την ημέρα το δυναμώνουνε; Ο σταβραϊτός, λέει το τραγούδι, θα δυναμώσει, σα φάει κόκαλα αντρειωμένου. Το ίδιο κι ένα έθνος θα δυναμώσει, σαν το θρέψεις με τα κό­καλα τα ιερά της ιστορίας.

Και τι βγαίνει απ’ αφτά που λέμε; Βγαίνει τάχατες πως πρέπει να κάνουμε σαν τον Ιουστινιανό, και να βάλουμε στο ράφι την Αθήνα; Ο Θεός φυλάξει! Ο αγα­πητός μου ο Ν. Γ. Πολίτης έδειξε στον Αγώνα του Λαμπρίδη, [Κοίτ. τον Αγώνα, Ιούλιο, 1901] πως τ’ όνομα «Έλλην» έχει και στο μεσαιώνα, έχει και στο Βυζάντιο, τα περγαμηνά του. Ο Παλαμάς έδειξε στο «Άστυ» [Κοίτ. το Άστυ, Ιούλιο, 1901] πως ο Ρωμιός ήτανε, και στης Επανάστασης τα χρόνια, όνομα άγιο και τιμημένο. Τόσο το καλύτερο λοιπόν αν έχουμε δυο δόξες αντίς μια. Ο σκο­πός είναι, την καθεμιά να συλλογιστούμε, να ωφεληθούμε κι από τις δυο. 

Δεν είπε κανένας να ξεβαφτίσουμε την Ελ­λάδα, να την κάμουμε βασίλειο Ρωμαίικο. Δεν είπε κα­νένας ν’ αρνηθούμε τον Αλέξαντρο που κι αφτός, αν και τα χάλασαν οι διάδοχοί του κατόπι, σφιχτοκράτησε και σφιχτοένωσε στο χέρι του την Ελλάδα. Δεν είπε κανένας πως πρέπει ν’ αποξεχάσουμε τον Όμηρο και το Σοφοκλή - και γω λιγότερο από κάθε άλλονα. Είπαμε μονάχα, γιατί ο καβγάς μας αφτός είναι, πως όρος και κυριολεξία, στο βι­βλίο του Εφταλιώτη, είναι η λέξη Ρωμιοσύνη, αφού έχουμε την τύχη με μια μόνη λέξη να λέμε συνάμα και τη βυζαν­τινή την ιστορία και την ιστορία του ελληνισμού, όπως τον εννοούσαν ίσια ίσια σε κείνη την εποχή, να λέμε μάλιστα και του Ρωμιού τα ψυχολογικά, που θέλησε και δάφτα να τα ξεδιαλίσει ο Αργύρης.

Πρέπει να πάψει το καταφρόνιο αφτό για τα δικά μας, που η καθαρέβουσα μας το ’μαθε, καταφρόνιο και για τη γλώσσα, και για τ’ όνομα το ρωμαίικο. Οι δυο μεγαλύτεροι λαοί του κόσμου στάθηκαν ως τώρα οι Έλληνες κι οι Ρωμαίοι. Κάτι θα πει, ένας λαός να φυλάξει και τα δυο αφτά τα ονόματα. Κάφκημά του να είναι. Μας άφησε η Ελλάδα τον Παρθενώνα, μας άφησε την Αγιά Σοφιά ο Ιουστινιανός, που ήτανε Ρωμαίος - και για τούτο πρέπει να ’χουμε σέβας για το Ρωμιό.

Τρίτη 1 Απριλίου 2014

Ερωτικα επιγράμματα του Ρουφίνου

Αγνοούμε τα πάντα γι αυτόν τον ποιητή, από τον οποίο έχουν σωθεί μόνο τριάντα οχτώ επιγράμματα στην Παλατινή Ανθολογία. Οι εκτιμήσεις γι αυτόν ποικίλλουν. Τον τοποθετούν ανάμεσα στον 2ο και τον 6ο μΧ αιώνα.
Η εικονογράφηση προέρχεται από ψηφιδωτά του 4ου-6ου αι μΧ.



Δούλο σου με παρέδωσε ο γλυκύδωρος, Βοώπι μου, Έρως,
    στον πόθο σου σαν ταύρο με έζεψε εξημερωμένο,
είλωτα αυτόκλητο κι αυτόβουλον, τέλεια υποταγμένο,
    που την πικρή ποτέ δε θα ζητήσω ελευθερία,
ώσπου να μου σκεπάσουν χιόνια τα μαλλιά και νιώσω γέρος
    κι άμποτε τις ελπίδες μου μη σβήσει η βασκανία.

Μετάφραση: Ν. Χουρμουζιάδη

Από τις λεύτερες πού 'ναι γεμάτες έπαρση,
τις σκλάβες προτιμάμε, όσοι δεν στέργουμε
κρυφές αγάπες, σπάταλες. Το σώμα τους 
μοσκοβολάει μύρα εκείνων κι έχουν ύφος
περήφανο, κι ο κίνδυνος μεγάλος ώσπου
ν' ανέβεις στο κρεββάτι τους· σε τούτες
ξέχωρη απόλαυση 'ναι το κορμί τους,
έτοιμο το κλινάρι τους και δίχως
να θέλει δώρα πλούσια και πανάκριβα.
Ακολουθώ τον Πύρρο του Αχιλλέα,
που αντί για τη γυναίκα του Ερμιόνη
την Ανδρομάχη διάλεξε τη σκλάβα.

Μετάφραση: Τάσσου Ρούσσου



Ψηλώνει για την ομορφιά της η Ροδόπη· κι αν κάποτε «χαίρε!»
    της πω, με τα περήφανά της φρύδια μου απαντάει·
αν και στεφάνια κάποτε έξω απ' τα πρόθυρα κρεμάσω,
    με βήμα τα τσαλαπατεί περήφανο οργισμένη.
Ω ρυτίδες και γερατιά ανελέητα, γρήγορα τρέξτε!
    Βιαστείτε, κι ίσως εσείς πείσετε τη Ροδόπη.

Μετάφραση Κ. Χωρεάνθη

Πυρφόρε 1, αν δεν μπορείς στην ίδια φλόγα και τους δυό να κάψεις,
   να σβήσεις τη φωτιά του ενός ή αλλού να την ανάψεις.

1. Η αποστροφή προς τον Έρωτα με τα πυρίφλογα βέλη.
Μετάφραση Ν. Χουρμουζιάδη

Λέει πως δεν είναι ερωτευμένη η Μελισσιάς· μα το κορμί της
    λέει πως βελών ολόκληρη φαρέτρα έχει άδειασει
πάνω του· το ίδιο κι η κομμένη ανάσα κι η άστατη λαλιά της
    κι οι πονεμένοι κύκλοι γύρω από τα βλέφαρα της.
Εμπρός, Πόθοι, στο όνομα της μητέρας σας της Αφροδίτης,
    την άθλια αναφλέξτε, ώσπου «Φλέγομαι» να κραυγάσει.

Μετάφραση Ν. Χουρμουζιάδη



Την ίδια χάρη σαν πριν
αν ύστερ' απ' το κρεβάτι της Κύπριδας
    είχ' η γυναίκα,
κόρο δε θάνιωθαν να συνομιλούνε οι άντρες
    με τις στεφανωτές τους.
Αλλ' όλες δυσάρεστες οι γυναίκες μετά τα έργα
    της Αφροδίτης.

Μετάφραση Α. Λεντάκη

Γειτονοπούλα μου ήταν, ώ Αφροδίτη,
κάποια παρθένα, η Αμυμώνη,
που την ψυχή βαθιά μου πυρπολούσε.
Μαζί μου παιζογέλαγε κι αν έβρισκα
την ευκαιρία καμιά φορά, τολμούσα·
κοκκίνιζε, τί άλλο; Ένιωθε πόνο· τέλος
με πολλούς κόπους πέτυχα. Και τώρα
μαθαίνω πως γεννάει. Λοιπόν τί κάνω;
Να φύγω ή να μείνω;

Μετάφραση Τ. Ρούσσου



Εδώ είναι η ζωή, και μόνο εδώ: χαρά ζωής — έγνοιες χαθείτε!
   Του ανθρώπου ο βίος τόσο σύντομος! Κρασί κάποιος να φέρει,
ευθύς στεφάνια πλέξτε, εμπρός χορό· γυναίκες, μην αργείτε.
   Σήμερα ας ζήσω ωραία — ποιό είναι το αύριο κανείς δεν ξέρει.

Μετάφραση Ν. Χουρμουζιάδη

Βρήκα —τί τύχη!— την Προδίκη μόνη και τις παρακλήσεις
    άρχισα πέφτοντας εμπρός στα αμβρόσια γόνατα της:
«Σώσε έναν άνθρωπο», της είπα· «σβήνει, χάνεται σε λίγο·
    μιά ακόμα ανάσα ζωής μην αρνηθείς να του χαρίσεις».
Έκλαψε ακούοντας με· ύστερα σκούπισε τα δάκρυα της
    και με τα τρυφερά της χέρια με έσπρωξε να φύγω.

Μετάφραση Ν. Χουρμουζιάδη

Λουζόταν η κόρη με τους λευκούς μηρούς κι έπεφτε το νερό
στα χρυσά μήλα του στήθους της που σάλευαν
    στο γαλατένιο σώμα.
Πίσω οι γλουτοί της τρίβονταν ο ένας με τον άλλον
καθώς μετακινιόταν, κι ήταν πιο υγροί κι απ' το νερό.
Και τον Ευρώτα της, μπροστά, που φούσκωνε, δειλό
το χέρι σκέπαζε κι όχι όλο, όσον μπορούσε.

Μετάφραση Α. Λεντάκη

Θάλεια, συχνά έκανα ευχή να σε πάρω τη νύχτα
και το πάθος μου να χορτάσω με χάδια καυτά.
Μα τώρα που ολόγυμνη στο πλάι μου είσαι
    — το σώμα σου τόμορφο —
κοίτομαι νυσταγμένος με μέλη κομμένα απ' την κούραση.
Ψυχή μου, τί έπαθες, δύστυχη; Ξύπνα, μην αποκάμεις·
μιά μέρα θ' αναζητήσεις την υπερευτυχία ετούτη.

Μετάφραση Α. Λεντάκη



Πούναι τώρα ο Πραξιτέλης; Και πού τα χέρια του Πολυκλείτου,
που δίναν ψυχή στης παλιάς τέχνης τα έργα;
Ποιός τις Μελίτης τις ευωδάτες, πλεξούδες, ή τα
φλογερά μάτια και του λαιμού της το λάμπος
θα πλάσει; Οι πλάστες που είναι; Και που οι λιθοξόοι;
Τέτοια ομορφιά, όμοια μ' εικόνα θεάς, άξιζε νάχει ναό.

Μετάφραση Α. Λεντάκη

Δεν είμαι πια παιδομανής, σαν μια φορά. Τώρα με λένε
    θηλυμανή, και τώρα ο δίσκος μου είναι κρόταλο 1.
Κι αντί γι' ατόφιο δέρμα, μ' αρέσουνε του γύψου
    το επίχρισμα και του φυκιού τ' άνθος το ξένο.
Δελφίνια θα βοσκήσει ο δενδροφύτευτος Ερύμανθος 2
    και τ' αφρισμένο κύμα του πελάγου γοργά λάφια.

1. ο δίσκος μου είναι κρόταλο: ο δίσκος ήταν παιγνίδι των αγοριών, το κρόταλο των κοριτσιών.
2. δελφίνια θα βοσκήσει...: πβ. και Αρχίλοχος, 122 West
Μετάφραση-Σχόλια: Κ. Χωρεάνθη



Σάββατο 29 Μαρτίου 2014

Αρχίλοχος



Ἐλάχιστα γνωρίζουμε γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ Ἀρχίλοχου, κι αὐτὰ ἀβέβαια. Ἡ γέννησή του τοποθετεῖται γύρω στὸ 680 π.Χ. Καταγόταν ἀπὸ τὴν Πάρο. Ὁ πατέρας του, κάποιος Τελεσικλῆς, ἦταν ἀριστοκράτης καὶ ἡ μητέρα του Ἐνιπῶ, δούλα. Ὁ παππούς του, ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ πατέρα του, φέρεται σὰν ἀποικιστὴς τῆς Θάσου καὶ κομιστὴς τῆς λατρείας τῆς Δήμητρας. Ὁ Ἀρχίλοχος πέρασε τὴ ζωή του μέσα στὴ φτώχεια. Ἐργάστηκε σὰν μισθοφόρος, συμμετέχοντας στὶς ἐπιδρομές ποὺ συντάραξαν τὸν ἑλλαδικὸ χῶρο, στὴ διάρκεια τοῦ 7ου π.Χ. αἰώνα. Πολέμησε στην Ιωνία, στη Θράκη, στη Μακεδονική Τορώνη και στην Εύβοια.
Φαίνεται πῶς προσπάθησε νὰ δημιουργήσει οἰκογένεια μὲ κάποια Νεοβούλη, ἀλλὰ ὁ Λυκάμβης, πατέρας τῆς νύφης, ἀθέτησε τὴν ὑπόσχεσή του. Σύμφωνα μὲ τὴν ἀρχαία παράδοση, ὁ ποιητὴς ἀντέδρασε διασύροντας τὸν ἄπιστο πεθερό. Ἡ δύναμη τῶν σκωπτικῶν στίχων του ἦταν τόσο μεγάλη, ὥστε ὁ Λυκάμβης καὶ οἱ δύο του κόρες αὐτοκτόνησαν. Πιθανῶς ἀποπλάνησε καὶ τὴν ἀδελφὴ τῆς Νεοβούλης.
Ἐπινόησε τὸν ἴαμβο καὶ τὴν ἐπωδό, ἐπιφέροντας σημαντικὲς τεχνικὲς ἀλλαγὲς στὸ ἡρωϊκὸ ποιητικὸ ἰδίωμα ποὺ κυριαρχοῦσε μέχρι ἐκείνη τὴν ἐποχὴ. Εἶναι προφανὲς πὼς ὁ πατρικὸς ἄξονας τῆς καλλιτεχνικῆς προσωπικότητάς του εἶναι ὁ Ὅμηρος. Ο Αρχίλοχος είναι ο πρώτος Ευρωπαίος ποιητής που έστρεψε την ποίηση στον εσωτερικό άνθρωπο, στο «εδώ» και στο «τώρα», αποσπώντας την από τις ατέρμονες περιπλανήσεις του έπους στη μυθική παράδοση και στις ευκλεείς πράξεις των ηρώων. Είναι ο πρώτος ποιητής που κατόρθωσε να αποδεσμευθεί από την τεράστια ποιητική κληρονομία του επικού κόσμου, ενώ βρισκόταν άμεσα κάτω από την επίδραση του –χρονικά και ποιητικά.
Με τον Αρχίλοχο έχουμε την πρώτη αποφασιστική τομή στην αρχαία ποίηση. Ο ποιητής ερμηνεύει την ανθρώπινη μοίρα, που είναι και προσωπική του μοίρα, και βλέπει τις λεπτομέρειες που συνιστούν την πολύμοχθη ζωή του ανθρώπου. Η ζωή και η ποίηση του Αρχίλοχου είναι αναπόσπαστα συνυφασμένες. Οι στίχοι απηχούν και εκφράζουν βιώματα της προσωπικής ζωής του και των περιπετειών του. 
Στην ποίηση του ομιλεί με ειλικρίνεια, χωρίς επιφυλάξεις και χωρίς να υπολογίζει την καλή γνώμη του κόσμου και την υστεροφημία. Χλευάζει και σκώπτει, επικρίνει και αποδοκιμάζει και κινείται πέρα και έξω από σκοπιμότητες και συμβατικότητες. Σὰν ἄνθρωπος ἦταν παρορμητικὸς, ἀθυρόστομος καὶ ἐκδικητικὸς. Ἄγνωστο πότε, τὸν σκότωσε κάποιος Καλλώνδης ἢ Κόρακας, σὲ μάχη μὲ τοὺς Ναξίους. Μαρτυρεῖται πὼς ὁ φονιᾶς δὲν ἔγινε δεκτὸς ἀπὸ τὴν Πυθία.
Από το ακρωτηριασμένο έργο του Αρχίλοχου μπορούμε να σχηματίσουμε μια εικόνα για τον ποιητή. Είναι κρίμα που δεν μας σώθηκαν περισσότεροι στίχοι. Αυτοί που έχουμε, και που μας επιτρέπουν μια άνετη πρόσβαση στο έργο του, μόλις που ξεπερνούν τους 200. Από τα άλλα αποσπάσματα έχουμε μόνο σπαράγματα στίχων, λέξεις ή μικρές φράσεις. Τα τελευταία χρόνια, τα παπυρικά ευρήματα μας χάρισαν αρκετά αποσπάσματα, τα περισσότερα όμως σε απελπιστική κατάσταση.

Ακολουθούν ορισμένα αποσπάσματα του έργου του σε μετάφραση του Γ. Μπλανά, από τον "Μικρό Απόπλου"
Τα έχουμε χωρίσει σε "Αντρικά" (όπου κυριαρχούν οι εμπειρείες του σαν μισθοφόρου)
και "Γυναικεία" οπου το θέμα δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ...ερωτικό, 
αν και ...είναι.

ΑΝΤΡΕΣ...

Οὔτε ἡ ἀσπίδα μου ξέρω ποῦ βρίσκεται, οὔτε ἐγώ.

Μιὰ ἐπικράτεια φωτιᾶς ἡ σοδειὰ τῶν καραβιῶν
κι ἀγκάθι κατάκαρδο ἡ θέα τῶν ἐχθρῶν.
Σβήνει ὁ καρπὸς τοῦ ζωντανοῦ κάτω ἀπ᾽ τὸν ἥλιο
κι ὅμως θάρρος δὲ λείπει ἀπ' αὐτοὺς ποὺ ἀδημονοῦν
τὸν αἱμοβόρο κορεσμό τους καταπάνω στοὺς Ναξίους.
Τί θὰ κερδίσουν; Ἕνα τραῦμα γιὰ πατρίδα,
ἐκεῖ ποὺ θά 'πρεπε νὰ σφύζουν γῆ σὰν ἄντρες;
Ἄν μποροῦσαν οἱ λαοὶ νὰ μοιραστοῦν τὴν ἴδια συγκατάβαση,
δὲ θὰ ἔσερναν καθένας τὴν ἀνάπηρη γενιά του,
δὲ θὰ κούτσαιναν καθένας τὴν πληγή του.
Πῶς νὰ μὴν πνίγεται ἡ ψυχή μου ἀσφυκτικὰ βαθιά της;
Οἱ νεκροὶ εἶναι πάντα νεκροί.
Δὲν ἔχει νόημα ὅλο αὐτὸ τὸ μακελειό.

Δουλειά μου: ὁ πόλεμος
καὶ ἡ ποίηση ἐπίσης.

Ἄντε λοιπόν! Τράβα τὸ γρήγορο ποτήρι,
σάλταρε στὸ καράβι,
πήδα στὸ ἀμπάρι, πέσε πάνω στὰ βαρέλια
καὶ κρασοκύλησέ τα.
Τάπα μὴ μείνει! Δὲ μᾶς βλέπω
τὴ βάρδια αὐτὴ ξενέρωτοι νὰ τὴν περνᾶμε.

Ἕνα κοντάρι ἔχω ὅλο κι ὅλο.
Κερδίζω τὸ ψωμί μου,
ἐξασφαλίζω τὸ κρασί μου
(Ἰσμαρικό, ἄς σημειωθεῖ)
καὶ κρατιέμαι ὅταν μεθάω.

Ὅσο γιὰ τὴν ἀσπίδα, ἐκεῖνο τὸ ἔργο τέχνης
ποὺ ἀναγκάστηκα ν' ἀφήσω ἀνάμεσα στοὺς θάμνους,
σίγουρα κάποιος Σάιος θὰ τὴν ἀπολαμβάνει.
Δὲν πάει στὸ διάβολο· ἀφοῦ κατάφερα καὶ γλύτωσα,
μὲ τὴν ἀσπίδα τώρα θ' ἀσχολοῦμαι;
Ἁρπάζω ἀργότερα μιὰν ἴδια - γιὰ νὰ μὴν πῶ καλύτερη.

Δὲν κλαίω τοὺς Μαγνησίους·
οἱ Θάσιοι νὰ δεῖς τὶ ἔχουν νὰ πάθουν.

Ἄν φρόντιζε ὁ Ἥφαιστος νὰ τοῦ ἐξασφαλίσει
ροῦχα πεντακάθαρα, ἀπ' τὴν κορφὴ μέχρι τὰ νύχια,
θὰ ἦταν ὄμορφος νεκρός: φλογόλευκος.

Στιχουργημένες ταλαιπωρίες ἤ ἐλεύθερες ἀπολαύσεις;
Τὸ ἴδιο μοῦ κάνει.

Ἔχασα τὸν ἔλεγχο· ὅμως ἄν δὲν κάνω λάθος,
δὲ γλίστρησα μόνος σ' αὐτὴ τὴν ἐκτροπή.

Στὸ τέλος θὰ μὲ ποῦν καὶ μισθοφόρο σα να ήμουν από την Καρία.

Ὅσο πολεμάει ὁ μισθοφόρος, Γλαῦκε,
καλύτερος φίλος δὲν ὑπάρχει.

Ἄφησε τοὺς θεοὺς νὰ κάνουν τὴ δουλειά τους.
Κάποιοι θὰ πέσουμε καὶ πάνω ποὺ θ' ἀρχίσουμε
νὰ συνηθίζουμε χῶμα, θὰ μᾶς σηκώσουν.
Ἄλλοι θὰ προσέξουμε ποῦ πατᾶμε
καὶ θὰ βρεθοῦμε νὰ παλεύουμε
γιὰ λίγη σκόνη μὲ τὴν πείνα καὶ τὴν τρέλα.

Πέσαμε πάνω τους καὶ τοὺς λιανίσαμε:
χίλιοι ἄντρες ὁλομόναχοι
ἐνάντια σὲ ἑπτὰ ὁλόκληρα κουφάρια.

Ἕνα πράγμα ξέρω καλά: νὰ ἐπιστρέφω ἀνοιχτὲς
τὶς πληγὲς ποὺ μοῦ ἀνοίγουν.

Καθὼς ξερνοῦσαν πάνω μας τὰ δόρατά τους, ὁ ἀρχηγὸς
ἐρέθιζε τὸ θράσος τους, φτύνοντας προσβολὲς καὶ κομπασμούς·
ὅμως ἡ Ἀθηνᾶ γονάτισε τὴν προστυχιά τους,
σημαίνοντας τὴν ἀντεπίθεσή μας.
Δὲν ἦταν οἱ Αἰολεῖς, λοιπόν, ποὺ ἔχτιζαν στὴν ἄμμο,
ἀλλὰ οἱ Ἴωνες. Συντρίφτηκε ὁ πύργος
ποὺ εἶχαν ἱδρώσει οἱ Κάρες πέτρα-πέτρα.
Ἐμεῖς χορέψαμε, ἄγνωστοι πολεμιστὲς πιασμένοι χέρι-χέρι,
στὸ νικηφόρο σύνθημα Λεσβίων φορμιγκτῶν.
Ὁ Δίας ἄστραψε πάνω τὴν Ὀλύμπια χαρά του,
κι ἐκείνοι ἀπέμειναν ὅ,τι δὲ θὰ κατεῖχαν πιά:
κατάκοποι, ἀπρόσμενα ἀκυρωμένοι, ἀναγκασμένοι
σὲ μιὰν ἀγρύπνια ποὺ ἀποροῦσε λίγο φῶς.


ΓΥΝΑΙΚΕΣ....

“Φύγε καλύτερα. Ἡ ἐλευθερία τολμάει μόνο ὅσα τολμᾶς”
μοῦ ἔλεγε. “Ὅμως ἄν ἡ καρδιά σου ἐπείγεται μιὰν εὔκολη νίκη,
κάποια σφαδάζει γάμο: εὐάλωτη παρθένα, ἐκτεθειμένη
σὲ τέλεια ἐμφάνιση· συνθηκολόγησέ την.
Κι ἐγὼ τῆς ἀπαντοῦσα: “Κόρη τῆς Ἀμφιμέδουσας
(Τὶ γυναίκα κι αὐτή·
χάρες ποὺ βλέπει ἡ γῆ κατάτυφλά της!)
στὸ δρόμο γιὰ τὸν ἔρωτα, δὲν εἶναι λίγες οἱ ἀπολαύσεις.
Ὅλο καὶ κάποιος θ' ἀρκεστεῖ στὸ παραλίγο.
Ἡ νύχτα ἔρχεται βαθιά της μὲ σκοτεινὲς ἀποφάσεις.
Ἔχουμε καιρὸ: ἐσύ, ἐγὼ κι ἕνας θεὸς συμφωνημένος.
Ἔστω, θὰ κάνω ὅ,τι μοῦ πεῖς. Τόσο σὲ θέλω.
Ἄσε τὴ στέγη νὰ ἐπινοεῖ ξαφνικὲς φυγὲς
καὶ τὴν πόρτα νὰ λαχανιάζει ἀργοπορημένα χτυπήματα.
Πάντα ὑπάρχει κάποιος κάμπος ἀνθισμένος.
Κατάλαβέ με, μωρό μου.
Ὅσο γιὰ τὴ Νεοβούλη, ἀνήκει στὴν παρακμή της.
Μάδησε ἡ παρθενιά της, μαράθηκε ἡ γλύκα της.
Ἀκόρεστο θηλυκό: φύτρωσε ἀπότομα
καὶ δὲ χόρταινε ν' ἀνθίζει.
Παράτα την!
Δὲν πρόκειται
νὰ παντρευτῶ τ' ἀνέκδοτα τῶν φίλων μου.
Ἐσένα θέλω: γυναίκα λεία στὸν τρόπο της.
Ἡ ἄλλη μπορεῖ νὰ κατεργάζεται ἀφοσίωση
στὰ πλήθη τῶν χειριστῶν της.
Ἔλα λοιπόν, πρὶν καταντήσει τὸ πάθος μου τυφλὴ ἀποβολή.”
Τὴν ὥρα ποὺ ὁ μανδύας μου τὴ βύθιζε σὲ κεῖνο
τὸ πανδαιμόνιο τῶν ἀνθισμένων λουλουδιῶν,
ὁ τρυφερὸς λαιμός της σπαρταροῦσε σὰν τρομαγμένο ἐλάφι
στὴν ἐπικίνδυνη ἀγκαλιά μου. Ἄγγιξα τὰ στήθη της.
Λίγο πιὸ κάτω, θρόιζε μιὰ ἥβη ἀνεξερεύνητη.
Προχώρησα μὲ χάδια μουδιασμένα καὶ ξαφνικά,
ξέσπασα ὁλόλευκος σὲ ξέφωτο ξανθό.

Βλέπεις ἐκείνη τὴ συκιὰ στὸ βράχο;
Μὲ πόση ἄνεση ταΐζει τόσες κουροῦνες!
Μιὰ ποὺ τὸ 'φερε ὁ λόγος: φιλόξενο πλάσμα ἡ Πασιφίλη.

Φουσκώνει ὁ μανδύας σου τὴν ἱστορία
τῶν συναναστροφῶν σου, ἄθλιο θηλυκό.
Ὁ σκαπανέας Ἱππώνακτας τὴν ξέρει ἀπ' ἔξω κι ἀνακατωτά.
Τὸ ἴδιο κι ὁ Ἀρίφαντος. Τὶ τύχη!
Δὲν ἔπιασε τὸν κλέφτη νὰ βρωμολογάει κλοπή. Τὴν ὥρα
ποὺ προσπαθοῦσε ν' ἀποκρούσει τὸν κανατὰ Αἰσχυλίδη,
σὲ ἀπάλλαξε ὁ Ἱππώνακτας ἀπὸ τὴν παρθενιά σου
καὶ τέρμα οἱ κουβέντες.

Ἔβγαλε τὸ ἱερὸ μαντήλι ἀπ' τὰ μαλλιὰ της
ἡ Ἀλκιβίη, τὸ ἀφιέρωσε στὴν Ἥρα
κι ἔτρεξε ἥσυχη νὰ δαπανήσει τὴν παρθενιά της.

Κρατοῦσε ἕνα τρυφερὸ κλαδὶ μυρτιᾶς
κι ἕνα ὡραῖο τριαντάφυλλο.
Τῆς ἄρεσε: χαμογελοῦσε. Τὰ μαλλιά της
ἔσταζαν νύχτα πίσω της.

Γάμο ξεκίνησα, μπουρδέλο ἄνοιξα μαζί σου.
Ἔγινα ἡ πιὸ διάσημη νταντὰ
στὴ συντεχνία τῶν παράνομων μαμῶν σου.

Ἦρθε στὸ κέφι καὶ κατέβαζε τὴν μπίρα
μονοκοπανιὰ σὰν Θράκας.
Στὸ τέλος, ξεχύλισε σὰν Φρύγας
κι ἔπεσε ξερὴ σὰν θηλυκό.

Ξέρω μιὰν ἄλλη θεραπεία γι' αὐτὸ τὸ πρήξιμο.

Μύριζες μπαγιάτικο ἐραστὴ καὶ σὲ ἀέρισα
ἑφτὰ ὁλόκληρα χρόνια μὲ τὴν ἀφοσίωσή μου.
Ὕστερα ζωντάνεψες· ἄρχισες νὰ ἔχεις ἄποψη.
Ἔλειψα κι ἔκανες τὸ σπίτι μπουρδέλο.
Τώρα ντύνεσαι τὸν παλιό σου ἑαυτὸ
καὶ χάνεσαι, ὅταν νυχτώνει συνουσία.

Ποιός ἄντρας θὰ σὲ πάρει;
Βρὲς κανένα βάτραχο ἀπὸ τὴ Σέριφο
κι ὅταν χορτάσεις δίψα, γαμήσου·
κι ἄν δὲ χορτάσεις, ἄντε γαμήσου!

Ὁ χρόνος, ἡ σκληρὴ δουλειὰ καὶ ἡ ὑπομονὴ
ὁλόκληρες περιουσίες καταθέτουν
στῆς πουτάνας τὸ μουνί.
(Πολλά δ' εἰς πόρνης γυναικὸς ἐρρυΐσκετ' ἔντερον
τὰ χρόνῳ μακρῷ πόνῳ τε συλλεγέντα χρήματα)