Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

ΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ




Ο Χάρος είναι μια μορφή της λαϊκής παράδοσης που διατηρήθηκε προφορικά από την αρχαιότητα σε πείσμα της λόγιας παράδοσης που τον θέλει βαρκάρη 
Οι αρχαίες απεικονίσεις τον δείχνουν ένοπλο πολεμιστή, όπως τα σύγχρονα Δημοτικά Τραγούδια, και γνωρίζουμε πως το αρχικό του όνομα ήταν Χαρούμ.


Η γλωσσική διαμάχη Δημοτικιστών και καθαρευόντων συντάραξε  την πνευματική ζωή της Ελλάδας τον 19ο και τον 20ο αι. Είναι η κορυφή του παγόβουνου, αλλά και εν πολλοίς ένα ψευδοπρόβλημα, μια που επρόκειτο για μια διαμάχη μεταξύ λογίων. Ο τύπος της γλώσσας δεν μπορεί να είναι το ζητούμενο, αλλά το περιεχόμενό της είναι. Και πάντα ήταν, απλά αυτό εκδηλώθηκε και γλωσσικά από μια στιγμή και μετά στην Ελληνική Ιστορία.

Η πνευματική δημιουργία σε όλες τις μορφές της Τέχνης δεν μπορεί παρά να έχει λαϊκή αφετηρία.  Τα πρώτα πνευματικά δημιουργήματα του ανθρώπου δεν ήταν λόγιας, πεπαιδευμένης προέλευσης, αλλά αυθόρμητα έργα. Ο πρωτόγονος άνθρωπος όμως, αισθάνθηκε τόση έκπληξη από τις δημιουργίες του που θεώρησε πως είχαν μαγική και θρησκευτική ισχύ. Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν πως κάθε είδους πνευματική δημιουργία είναι θεόπνευστη. Προέρχονταν  από τις Μούσες, και κατόπιν από τον Διόνυσο (θεός της Τραγωδίας) και τον Ερμή (θεός των ρητόρων και των φιλοσόφων)

Η λαϊκή δημιουργία, είναι προϊόν μιας ισχυρής κοινότητας (φυλής – φάρας) με βαθιές παραδόσεις και συνοχή. Αυθόρμητο προϊόν, δεν έχει στόχους, ιδεολογία και αντίπαλο. Καμιά φορά δεν κάνει καν διαχωρισμό Καλού και Κακού. Ενδιαφέρεται μόνο για την γνησιότητα και αμεσότητα της έκφρασής της, και δεν στοχεύει να διδάξει, να καθοδηγήσει, ούτε να προπαγανδίσει με άλλο μέσο εκτός από την ίδια της την αγνότητα.  Γι αυτό οι λόγιοι την θεωρούν αφελή και αδόκιμη αλλά προπάντων επικίνδυνη.

Η λόγια πνευματική δημιουργία, ορίζεται σαν μια προσπάθεια έρευνας, συστηματοποίησης και δημιουργίας κανόνων, τύπων
 και συμπερασμάτων πάνω στην πνευματική ζωή. Μόνο έτσι δεν ξεκίνησε όμως.

Αρχικός στόχος των λόγιων δημιουργιών, ήταν η τιθάσευση της λαϊκής δημιουργίας. Σαν εκφραστές ενός ξέχωρου πλέον από το λαό ιερατείου και μιας αυστηρής και καταπιεστικής πλέον κοινωνικής δομής, θίγονταν άμεσα από τον αυθορμητισμό της λαϊκής τέχνης. Ετσι, η λόγια καταγραφή των ασμάτων, θρύλων, μύθων κλπ που εξ ορισμού είχαν λαϊκή προέλευση, δεν στόχευε στην επιστημονική συλλογή τους, αλλά στην μετάπλασή τους ώστε να συμβαδίσουν με τις ανάγκες της επίσημης θρησκείας και του κράτους.

 Αυτά είναι εμφανή στην αρχαία Τραγωδία, που στόχο έχει να δικαιολογήσει τα άτοπα έργα των θεών που αναφέρονταν ωμά στους αρχικούς μύθους. Είναι τόσο αφελής αυτή η προσπάθεια, που σχεδόν πάντα η λύση έρχεται με μια ουρανοκατέβατη παρέμβαση, και όχι με μια φυσική ροή. Σε πολλές περιπτώσεις διαφαίνονται από την αφήγηση οι άλλες παραλλαγές του μύθου, που το κοινό της Τραγωδίας γνωρίζει, και οι ποιητής προσπαθεί να διαψεύσει. Τα ίδια θα ανιχνεύσουμε και στα Ομηρικά Επη. Ο Ομηρος προσπαθεί να αποκρύψει την Τρωική εισβολή που προηγήθηκε της πολιορκίας, αλλά παρουσιάζει τον Εκτορα να γνωρίζει τις πηγές του Αργους…

Ο Παυσανίας, γνωρίζει πολλές προφορικές =λαϊκές, γνήσιες  παραλλαγές των Μύθων, (αναφέρει και μερικές) και το επισημαίνει:

«Πολλοί λένε και άλλα αναληθή, όσοι δεν γνωρίζουν την
ιστορία, και θεωρούν ακριβή όσα άκουσαν από τα παιδικά
τους χρόνια στα τραγούδια και τις τραγωδίες..»
 «γιατί οι αρχαίοι Μύθοι δεν παραδόθηκαν από [γραπτά]
 έπη, και μπόρεσαν έτσι να πλαστούν πολλά [ανακριβή]
ειδικά σχετικά με τα γένη των Ηρώων»
Αττικά, 3, 3 και 38, 7

 Η λόγια και η λαϊκή πνευματική δημιουργία, λοιπόν,  ξεκίνησαν σαν εχθροί εξ αρχής. Βέβαια, αργά η γρήγορα, η λόγια δημιουργία εξελίχθηκε, δίνοντας αυτόνομα έργα υψηλής πνοής, τόσο επιστημονικά, όσο και καλλιτεχνικά. Δεν μπορούμε να την υποτιμήσουμε σε αυτό το σημείο. Είναι αδιανόητο να σκεφτούμε την λέξη «πολιτισμός» χωρίς αυτά τα τιτάνια έργα  που παραδόθηκαν από τους αρχαίους σοφούς.

Παρά την πρόοδο αυτή,  η σχέση των λογίων με τη λαϊκή παράδοση δεν μεταβλήθηκε. Μάλιστα επιδεινώθηκε, γιατί πλέον, οι λόγιοι, έχοντας δικές τους, γερές βάσεις, αδιαφόρησαν  για,  και συκοφάντησαν τον, λαϊκό πολιτισμό. Από την Ελληνιστική και την Βυζαντινή εποχή, οι δυο γραμμές λειτούργησαν στην Ελλάδα ανεξάρτητα. Υπήρχαν τυχαίες αλληλεπιδράσεις αλλά δεν επηρέασαν την ουσία των δύο ρευμάτων. Οι βυζαντινοί λόγιοι, και σε πολύ μικρότερο βαθμό οι Αλεξανδρινοί (γι αυτό τους ονόμασαν «Γραμματικούς»)επιδόθηκαν στην μελέτη, συστηματοποίηση και σχολιασμό των αρχαίων συγγραφέων (έργο τιτάνιο, βέβαια) και δεν φαίνεται πως είχαν καιρό να κάνουν τίποτα άλλο, και κυρίως να δώσουν πρωτότυπες, δικές τους δημιουργίες.

Φτάσαμε λοιπόν στο σημείο, να υπάρχουν στην Ελλάδα δύο κόσμοι και δύο γλώσσες. Ο ίδιος ο Αυτοκράτορας, από τον 9ο αι., έλεγε «ψωμί» αλλά οι λόγιοι έγραφαν «άρτος». (είναι μια από τις ελάχιστες τεκμηριωμένες αποδείξεις της διγλωσσίας) ενώ οι ιερείς καταριώνταν τους λαϊκούς βάρδους που τραγούδαγαν Δημοτικά Τραγούδια. Ο λαϊκός πολιτισμός όμως ήταν τόσο ανθηρός, που οι λόγιοι, όσο και να το αποφεύγουν, μας δίνουν μαρτυρίες για δημοτικά τραγούδια που, φυσικά, δεν καταδέχτηκαν να καταγράψουν. Η μεγαλύτερη απόδειξη ύπαρξης του μεγάλου αυτού λαϊκού πολιτισμού ήταν η συλλογή των Δημοτικών τραγουδιών από τους λογίους –επιτέλους- τον 19ο και τον 20ο αι., σε μια εποχή, βέβαια, που είχαν ήδη αρχίσει να παρακμάζουν.

Υγιής πνευματική ζωή δεν μπορεί να υπάρξει σε ένα τόπο όπου υπάρχουν τέτοια στεγανά.  Ηδη από τον 12ο αι, ο (οι) Πτωχοπρόδρομος επιχείρησε μια σύζευξη. Αμφιλεγόμενη είναι και η καταγραφή των Ακριτικών Επών, που σα στόχο είχε (όπως και οι αρχαίοι μυθογράφοι) να δώσει μια επίφαση νομιμοφροσύνης στον ανεξάρτητο και ρέμπελο αυτό ήρωα.

Ανάλογα έργα με λαϊκή χροιά έγιναν στην περίοδο της Τουρκοκρατίας (Ερωτόκριτος – το Χρονικό του Γαλαξιδίου, κλπ) δυστυχώς όμως, πολλά ήταν ήδη επηρεασμένα από την Δύση. Στην εγγενή απέχθεια των Ελλήνων λογίων προς την λαϊκή δημιουργία, προστέθηκε και ο θαυμασμός και η μίμηση της Δύσης…

Ηταν στραβό το κλήμα, το ‘φαγε και η Αναγέννηση κι ο Διαφωτισμός…

Όπως ήδη έγραψα, η σημαντικότερη επαφή λόγιου και λαϊκού πολιτισμού ήταν η καταγραφή των Δημοτικών τραγουδιών, καθώς και η διάσωση «απομνημονευμάτων» λαϊκών αγωνιστών. Δεν έλειψαν βέβαια οι επεμβάσεις και οι κατά το δοκούν ερμηνείες, αλλά γενικά, η προσπάθεια ήταν επιστημονικά ορθή.

Η ώθηση που δόθηκε στην πνευματική μας δημιουργία ήταν ανυπολόγιστη. Δεν θα υπήρχε ούτε Σολωμός, ούτε Παλαμάς, ούτε Ελύτης ούτε Κόντογλου, ούτε Τσαρούχης, ούτε, … χωρίς την αυθεντική  καταγραφή –για πρώτη φορά στην Ελληνική Ιστορία – του λαϊκού μας πολιτισμού.

Πολύ φοβούμαι όμως πως το αίμα νερό δεν γίνεται, και οι λόγιοί μας, μετά από αυτήν την παρασπονδία κατά των Προγόνων τους, επέστρεψαν στις πατρογονικές τους συνήθειες, ενώ πλέον λαϊκός πολιτισμός δεν υπάρχει, γιατί κατέρρευσε η Κοινότητα που τον γαλουχούσε. 

Το μέλλον του πολιτισμού μας είναι αβέβαιο, όχι γιατί οι λόγιοι στρέφονται αλλού (το έχουν ξανακάνει) αλλά γιατί η Πηγή έχει στερέψει…

Δημήτρης Σκουρτέλης.




Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Γατομυομαχία





Με όλο το τυπικό μιας αρχαίας τραγωδίας, «χορό», «άγγελο» και πολύ δράμα, ιδού η "Κατομυομαχία" , (ανοίχτε τον σύνδεσμο) μια βυζαντινή κωμωδία της οποίας μεταφέρουμε την εισαγωγή στα Νέα Ελληνικά. Το ποίημα αποδίδεται στον Πτωχοπρόδρομο



Άρχοντας των ποντικιών που ζούσαν σε μια σκοτεινή και άραχλη τρύπα ήταν ο Κρεΐλος, με τ' όνομα. 
Γύριζε η γάτα πάνω κάτω όπως συνήθως κι έψαχνε. 
Τότε ο Κρεΐλος, που δεν την άντεχε άλλο, προσευχήθηκε στον θεό του, που καυχιόταν πως ήταν Τυροκλέπτης.  
Με τις συμβουλές του για το πως θα την νικήσει, κήρυξε άσπονδο πόλεμο εναντίον της. 
Μάζεψε, λοιπόν, μαζί με τον Τυροκλέπτη, όσα ποντίκια μπορούσε, και τα κούρντισε όσο γινότανε. 
Παιδιά και μεγάλοι όρμησαν εναντίον της και πάνω στην σύγκρουση άρπαξε η γάτα του Κρεΐλου τον γιο στα νύχια της και τον κατασπάραξε. 
Το έφαγε το παλληκάρι. 
Ένας αγγελιαφόρος των ποντικιών βλέποντας το γεγονός πήγε στην γυναίκα του Κρεΐλου μηνώντας της τον τραγικό θάνατο του αγαπημένου της παιδιού. 
Στο μεταξύ, όσο βάσταγε η μάχη, έπεσε ένα σάπιο ξύλο από το ταβάνι και έσπασε τα κόκκαλα της γάτας, 
και είδαμε πια τους ποντικούς νικητές.

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014

Πτωχοπρόδρομος, ὁ πεινασμένος καλόγερος

Του Φώτη Κόντογλου


Τὸ Βυζάντιο ἤτανε ἕνα βασίλειο ποὺ φαινότανε πὼς εἶχε ἀρχοντιὰ καὶ πὼς ὁ λαός του δὲν δυστυχοῦσε. Μὰ σὲ κάθε μεγάλο καὶ δυνατὸ κράτος, δίπλα στὰ πλούτη καὶ στὴν καλοπέραση, ὑπάρχει κι ἡ φτώχεια, ὅπως ἤτανε στὴν ἀρχαία Ρώμη, στὴν Περσία, στὴν Αἴγυπτο, κι ὑστερώτερα στὴν τσαρικὴ Ρωσία, στὴν Ἀγγλία καὶ στὴν Τουρκία. Ἔτσι καὶ στὸ Βυζάντιο, προπάντων στὰ χρόνια ποὺ ἀρχίσανε νὰ φανερώνουνται τὰ γεράματά του.

Ἕνας τύπος φτωχὸς καὶ πεινασμένος, ποὺ ἔζησε στὸ Βυζάντιο, ἤτανε ἕνας καλόγερος ποὺ τὸν λέγανε Πρόδρομο, κι ἀπὸ τὴ φτώχεια κι ἀπὸ τὴ μιζέρια ποὺ εἶχε κι ἀπὸ τὴ ζητιανιά του, τὸν βγάλανε Φτωχοπρόδρομο. Τὸ μικρὸ τ᾿ ὄνομά του ἤτανε Θεόδωρος, τὸ Πρόδρομος ἤτανε οἰκογενειακό του. Αὐτὸς μπορεῖ νὰ παρομοιαστεῖ μὲ τὸν σημερινὸν Καραγκιόζη, ποὺ εἶναι ὁλοένα πεινασμένος, κι ὁ νοῦς του εἶναι στὸ φαγί.

Ὁ Φτωχοπρόδρομος γεννήθηκε κατὰ τὰ 1150 ἀπάνω - κάτω, βασιλεύοντας ὁ Μανουὴλ ὁ Κομνηνός. Σ᾿ αὐτὸν τὸν βασιλιᾶ ἀφιέρωσε δυὸ μεγάλα ποιήματα, καὶ σ᾿ αὐτὰ κλαίγεται γιὰ τὴ φτώχειά του, γιὰ τὴν πείνα του, γιὰ τὴ γύμνια του, γιὰ τὴν κακομεταχείρισή του στὰ μοναστήρια, κατηγορᾶ τοὺς ἡγούμενους καὶ τοὺς καλοπερασμένους καλόγερους, καὶ καταριέται τὴν κλίση του στὰ γράμματα ποὺ τὸν ἔκανε νὰ χάσει τὸν καιρό του γιὰ νὰ τὰ μάθει, καὶ δὲν κύτταξε νὰ μάθει καμμιὰ ἄλλη δουλειὰ ποὺ νὰ βγάζει χρήματα, ὥστε νὰ μὴν ψοφᾶ ἀπὸ πείνα. Ὡστόσο, ἀπὸ τὰ γραφόμενά του φαίνεται πὼς ἤτανε γουρσούζης, τεμπέλης, ἀπρόκοφτος, στριμμένος καὶ κακόγλωσσος. Τὰ λόγια του τὸν δείχνουνε σιχαμερὸν καὶ βρωμόγλωσσον.

Στὸν καιρό του περνοῦσε γιὰ πολὺ γραμματισμένος, γιατὶ εἶχε παραγεμισμένο τὸ ἄδειο κεφάλι του μὲ κάθε λογῆς διαβάσματα, ἀχώνευτα, ἀνακατεμένα, ὅπως κάνανε oι λογιώτατοι ἐκείνου τοῦ καιροῦ. Εἶχε γράψει πολλὰ συγγράμματα, πεζὰ καὶ ποιήματα, θεολογικά, φιλοσοφικά, ἱστορικά, ἀκόμα κι ἀστρονομικά. Μὰ τί τὸ ὄφελος, ἀφοῦ δὲν εἶχε μηδὲ κουκούτσι κρίση; Τὰ ποιήματά του, ποὺ εἴπαμε, εἶναι ἄτεχνα, ἀνόητα, παιδιακίσια, χωρὶς καμμιὰ σοβαρότητα, καὶ δὲν ἔχουνε μήτε λίγη ἀπὸ τὴ χάρη ποὺ ἔχουνε κάποια ἄλλα σατιρικὰ βυζαντινὰ ποιήματα, ὅπως εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἔχει γιὰ τίτλο: «Γαϊδάρου, λύκου κι ἀλωποῦς, διήγησις χαρίεις».

Τὸ μονάχο καλὸ ποὺ ἔχουνε γιὰ μᾶς αὐτὰ τὰ ποιήματα τοῦ Φτωχοπρόδρομου, εἶναι τὸ ὅτι ἔχουνε θησαυρὸ ἀπὸ λέξεις τοῦ βυζαντινοῦ καιροῦ, πρὸ πάντων ἀπὸ φαγητά, ποὺ δείχνουνε πὼς τὰ ἴδια λόγια κρατήσανε ἴσαμε σήμερα σὲ πολλὰ μέρη τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς Ἑλλάδας.
Τὸ πρῶτο ποίημα ἀρχίζει μὲ κάποια ἐγχώρια γιὰ τὸν βασιλέα, ποὺ εἶναι τόσο δουλικὰ καὶ σιχαμερά, ποὺ νὰ ἀηδιάζει ὁ ἀναγνώστης. Γιὰ τὴν αὐλοκολακεία φτιάνει κάποιες ἀσουλούπωτες λέξεις, σὰν τό:


«Κομνηνόβλαστε, τετραυγουστόμορφε» κι ἄλλα τέτοια.

Ἀφοῦ γεμίσει δυὸ φύλλα, μὲ τὶς σιχαμερὲς κολακεῖες του, ἀρχίζει τὴν ἱστορία 

τῆς ζωῆς του: 

«Ἀπὸ μικρόθεν μ᾿ ἔλεγεν ὁ γέρων ὁ πατήρ μου, 

- τέκνον μου, μάθε γράμματα, ἂν θέλεις νὰ φελέσῃς. 
- Βλέπεις τὸν δεῖνα, τέκνον μου; Πεζὸς ἐπεριπάτει, 
- καὶ τώρα βλέπεις γέγονεν χρυσοφτερνιστηρᾶτος. 
- Ὁ κόρφος του βουρβούριζεν ψείρας ἀμυγδαλάτας, 
- καὶ τώρα ἀπὸ ὑπέρπυρα γέμει τὰ μανολᾶτα (φλουριά)»

Καθὼς φαίνεται, ὁ Φτωχοπρόδρομος τὶς ἤξερε ἀπὸ τὸν ἑαυτό του τὶς ἀμυγδαλάτες ψεῖρες 
ποὺ βουρβουλιάζανε στὸν κόρφο του.

Τὸ λοιπόν, 
«ἔμαθε τὰ γραμματικά, πλὴν μετὰ κόπου πόσου!».

 Ἀλλὰ λέγει παρακάτω: 
«Ἀφοῦ δὲ τάχα γέγονα γραμματικὸς τεχνίτης, 
- ἐπιθυμῶ καὶ τὸ ψωμὶν καὶ κύταλον καὶ ψύχαν. 
- Καὶ διὰ τὴν πείναν τὴν πολλὴν καὶ τὴν στενοχωρίαν, 
- ὑβρίζω τὴν γραμματικήν, καὶ κλαίγω καὶ φωνάζω: 
- Ἀνάθεμαν τὰ γράμματα! Χριστέ, καὶ ποὺ τὰ θέλει! 
- Ἀνάθεμαν καὶ τὸν καιρόν, κι ἐκείνην τὴν ἡμέραν,
 - ὅπου μὲ παρεδώκασιν εἰς τὸ σκολιὸν ἐμέναν!». 

Καλύτερα, λέγει, νὰ μάθαινα μία τέχνη, νὰ γινόμουνα ράφτης. 
Γιατὶ ἂν μάθαινα «τὴν κλαποτήν», δηλαδὴ τὴ ραφτική: 

«Νὰ ἄνοιγα τὸ ἀρμάριν μου, νὰ τό ῾βρισκα γεμᾶτον 

- ψωμίν, κρασίν, πληθυντικὸν καὶ θυνομαγερίαν, 
- καὶ παλαμηδοκόμματα, καὶ τζίρους καὶ σκουμπρία, 
- παροῦ ὅτι τώρ᾿ ἀνοίγω το, βλέπω τοὺς πάτους ὅλους, 
- καὶ βλέπω χαρτοσάκκουλα γεμάτα τὰ χαρτία»

Ὕστερα λέγει πὼς ἔχει ἕναν γείτονα μπαλωματή, 
«πετζοτῶν τάχα ψευδοτζαγγάρην, 
- πλὴν ἔνε καλοψουνιστής, ἔνε καὶ χαροκόπος (γλεντζές, χαρούμενος)»

Κάθε πρωὶ λέγει στὸ τσιράκι του νὰ πάγει ν᾿ ἀγοράσει «χορδόκοιλα» 
(μεζέδες, κάτι σὰν κοκορέτσι), 

«-Φέρε καὶ βλάχικον τυρόν, ἄλλην σταμεναρέαν. 
- Καὶ δός του νὰ προγεύωμαι καὶ τότε νὰ πετζώνω». 

Πίνει καὶ κρασὶ βραστὸ μὲ πιπέρι, γιατὶ κάνει κρύο στὴν Πόλη. 
Καὶ σὰν ἔρθει τὸ μεσημέρι, 

«ρίπτει τὸ καλαπόδιν του, ρίπτει καὶ τὰ σανίδιν, - καὶ λέγει τὴν γυναίκα του: Κυρὰ καὶ θὲς τραπέζιν». 

Καὶ βάζουνε στὸ τραπέζι 

«μισὸν ἐκζεστόν, δεύτερον τὸ σφουγγᾶτον (ὀμελέτα),

- καὶ τρίτον τὸ ἀκριόπαστον (παστὸ κρέας) ὀφθὸν ἀπὸ μερίου, 
καὶ τέταρτον μονόκυθρον (= μονόχυτρον, δηλαδὴ διάφορα φαγητὰ σὲ μία χύτρα), 
- πλὴν βλέπε νὰ μὴ βράζει (νὰ μὴν εἶναι ζεματιστό)
- Ἀφοῦ δὲ παραθέσουσιν, καὶ νίψεται καὶ κάτζει. 
-Ἀνάθεμά με, Βασιλεῦ, καὶ τρισανάθεμά με! 
-Ὅταν στραφῶ καὶ ἴδω τὸν λοιπὸν τὸ πὼς καθίζει, 
- τὸ πῶς ἀνασκουμπώνεται νὰ πιάσει τὸ κουτάλιν, 
- καὶ δὲν τρέχουν τὰ σάλια μου, ὡς τρέχει τὸ ποτάμι. 
- Κι ἐγὼ ὑπάγω κι ἔρχομαι πόδας μετρῶν τῶν στίχων.
-Εὐθὺς ζητῶ τὸν ἴαμβον, γυρεύω τὸν σπονδεῖον, 
- γυρεύω τὸν πυρρίχιον καὶ τὰ λοιπὰ τὰ μέτρα, 
- ἀλλὰ τὰ μέτρα ποὺ φελοῦν στὴν ἄμετρόν μου πείναν;».

Ὁ καημένος ὁ λιμασμένος Φτωχοπρόδρομος, ἀπὸ τὴν πείνα του τοὺς 

βλέπει ὅλους σὰν λούκουλους παραχορτασμένους καὶ τὰ παραλέγει, 
ὅπως κάνει μὲ τὰ συμπόσια τοῦ φτωχοῦ τοῦ μπαλωματῆ.
Παρακάτω λέγει πὼς μετάνοιωσε γιατὶ δὲν ἔγινε χαμάλης, 
νὰ τρώγει καὶ νὰ πίνει καλά. 
Ὕστερα στεναχωριέται γιατὶ δὲν ἔγινε περιβολάρης: 

«Κηπουρικὴν πολύκαρπον ν᾿ ἀργαζόμουν τὴν τέχνην, 
- συκίτζια καὶ ροδάκινα, ροδίτζια, μυγδαλίτζια, 
- δαμασκηναπιδόμηλα, δαμάσκηνα κροκάτα, 
- τὰ λέγουν ἀνατολικά, τὰ λέγουν λαγωνάτα, 
- καὶ τἄλλα τὰ τῶν κηπουρῶν σκόρδα καὶ κρομμυδίτζια
- ματζάνες (μελιτζάνες), λαχανόγουλα, κραμπιὰ καὶ σευκλογούλια».

Κι ἀφοῦ πεῖ κι ἄλλα πολλὰ παρόμοια, φωνάζει: 

«Πείνα μου, πάλιν πείνα μου, καὶ δεύτερον σὲ γράφω». 

Στὸ τέλος λέγει πὼς πέρασε ἀπὸ ἕνα χασάπικο ποὺ εἶχε παχειὰ κρέατα, 
κι ἡ τζίκνα τὸν ζάλισε καὶ μπῆκε μέσα. 

«Ἐκεἷβρα κρέας καὶ ψήνασιν σουγλιταρέαν μεγάλην. 
- Τοῦ μακελλάρη τὴν γυνὴν ἠρξάμην κολακεύειν. 
- Κυρά, κυρὰ μαστόρισσα, κυρὰ χορδοκοιλίστρα. 
-καὶ μουτλογατανόσκουφε γυνὴ τοῦ μακελλάρη, 
- δός με ὀλίγον ἔντερον, δός με δαμὶν μαστάριν. 
- ... ἐκ τὴν λαπάραν σου, ἐξαύτην τὴν βαστάζεις»

Κι ἐκείνη ἡ παλιογυναίκα προσποιήθηκε πὼς τὸν λυπήθηκε 
καὶ τὸν κάθησε στὸ τραπέζι, ὡς ποὺ σὲ μία στιγμὴ ποὺ καθότανε ἀνύποπτος, τ
ὸν περίχυσε, τὸν δυστυχῆ, μ᾿ ἕναν πατσᾶ, καὶ τὸν ἔκανε ἐλεεινόν, 
βρώμισε καὶ τὴν κάπα του ποὺ τὴν εἶχε μοναχοκόρη.

Κι ἀρχίζει τὸ μοιρολόγι τῆς κάπας του: 

«Κάπα μου, πάλιν κάπα μου, παλιοχαρβαλωμένη, 
- κάπα μου, ὅταν σ᾿ ἔθηκεν ἡ βλάχα νὰ σὲ φάνει, 
- πολλὰ δάκρυα σὲ γέμισεν καὶ στεναγμοὺς μεγάλους.
- Ἐσὲν ἔχω γιὰ πάπλωμαν, κάπα κι ἀπανωφόριν,
- ἐσέναν καὶ πουκάμισον, ἐσέν᾿ ἐπιβαλτάριν».

Ὕστερα ἀπὸ τo πάθημά του πηγαίνει στὸ σπίτι του, 

«τὸ σπίτιν τὸ παλαιόσπιτον τὸ καινουργιοχαλασμένον. 
- Νυστάζω, πέφτω τάχα τε, τυλίγομαι τὴν κάπαν. 
- Κοιμοῦμ᾿ ὡς τὸ μεσάνυκτον, καὶ ἄκου τί παθαίνω. 
- Ἐμπλέκονταί μ᾿ οἱ ψεῖρες μου ἄνωθεν ἕως κάτω, 
- καὶ βάνω τὸ χερίτζιν μου, συντρίβω καὶ τζακίζω, 
- εὐγάνω τ᾿ ὁλοκόκκινον, νάπες βαφέαν ὁμοιάζω».

Μ᾿ αὐτὲς τὶς σιχαμερὲς ἱστορίες τελειώνει τὸ πρῶτο ποίημα τοῦ Φτωχοπρόδρομου. 

Στὸ δεύτερο κακολογᾶ τοὺς γούμενους τῶν μοναστηριῶν καὶ τοὺς 
ἄλλους καλόγερους ποὺ καλοπερνούσανε, γιὰ τοῦτο ἔχει τὴν ἐπιγραφή: 
«Κατὰ ἡγουμένων».
Ἀρχίζει πάλι μὲ τὴν κλάψα: 

«Καὶ γὰρ ἀγράμματος εἰμὶ καὶ νέος ρακενδύτης, 
- καὶ μοναχὸς τῶν εὐτελῶν τῶν ἀποκαθισμένων, 
- καὶ τὴν ἰσχὺν ἐπίσης τε μύρμηκος κεκτημένος». 

Κι ἀρχίζει νὰ λέγει τὴ δική του τὴ φτώχεια ἀπὸ τὅνα μέρος καὶ τὴν καλοπέραση 
τῶν ἡγουμένων ἀπὸ τ᾿ ἄλλο: 

«Αὐτὸς ἔχει κἂν τέσσαρα λαμπρὰ κρεβατοστρώσια, 
- καὶ σὺ κοιμᾶσαι στὸ ψαθὶν καὶ γέμεις καὶ τὰς ψείρας. 
- Αὐτὸς ψουνίζει πάντοτε λαβράκια, φιλομήλας (φαγκριά)
καὶ σὺ ποτὲ οὐκ ἠγόρασας κἂν τορνεσίου χαβιάριν». 
«Καὶ σἦλθες ἀνυπόδετος καὶ δίχα ὑποκαμίσου, - 
καὶ τὸ βρακίν σου φαίνετον ἀπὸ πενήντα τρύπας».

Ὕστερα ἀραδιάζει τὰ φαγητὰ ποὺ μπαίνουνε στὰ γουμενοτράπεζα: 


«Καὶ τὶς ὑποίσει καθορῶν τὰ πλήθη τῶν ἰχθύων, 
- τῶν ἡγουμένων ἔμπροσθεν προκείμενα συνήθως; 
- Πρῶτον διαβαίνει τὸ ἔκζεστον ψησόπουλον τουρδᾶτον (φουσκωτὸ ψητό),
- καὶ δεύτερον ἀκρόβραστον μαζεῖ (στῆθος) ἀρβαλιασμένον (ψιλοκομμένον)
- καὶ τρίτον ὀξυνόγλυκος κροκάτη μαγειρία, 
- ἔχουσα στάχος σύγουρδον καριόφυλλον τριψίδιν 
(μὲ μυρουδικὰ καὶ μὲ τριμμένο μοσχοκάρφι), 
- ἀμανιτάριν ὄξος τε, καὶ μέλιν ἐκ τῶν τ᾿ ἀκάπνην (μέλι ἄκαπνο) 
- καὶ μέσα κεῖται κόκκινος μεγάλη φιλομήλα (φαγκρί), 
- καὶ κέφαλος τρισπίθαμος αὐγάτος ἐκ τὸ ρύζιν (ἀπὸ τὸ μπουγάζι), 
- καὶ συναγρίδα πεπανὴ (παχειά), ὦ θεέ μου, μαγειρία!», 

κι ἄλλα πολλὰ ἀραδιάζει ὁ λαίμαργος Φτωχοπρόδρομος, 
ποὺ δὲ μποροῦνε νὰ τὰ φᾶνε μήτε δέκα ἄνθρωποι.
Καὶ πάλι παρακάτω λέγει τὸν ἀναβαλλόμενο γιὰ τοὺς ἡγουμένους:

«Ἐκεῖνοι τὰ νομίσματα συνάγουσιν ἀπλήστως, 
- ἡμᾶς δὲ κατηχίζουσι περὶ φιλαργυρίας. 
- Ἐκεῖνοι τὰ λαβράκια καὶ τοὺς τρανοὺς κεφάλους, 
- ἡμεῖς δὲ τὸ βρωμόκαπνον ἐκεῖνο τὸ ἁγιοζούμιν 
(ἕνα νερόπλυμα μὲ βρασμένα κρομμύδια). 
- Ἐκεῖνοι τὰ γοφάρια, τὶς ἴσχας, τὰ ψησία, 
- ἡμεῖς δὲ πάλιν τρώγομεν ἐκεῖνο, πῶς τὸ λέγουν;...». 

Καὶ σὰν παραπονεθεῖ, τοῦ λένε πὼς εἶναι ἀπὸ φτωχὸ σόγι, 

«καλογερίτζιν ταπεινὸν ὑπάρχεις ἐκ τὸ Μήλιν, 
- ψωριάρικον, κιτρινιάρικον, γυμνόν, ἀπολεσμένον, 
- γαδούριν παλαιόπληγον, ὀρνίθιν κορυντζάριν (κορυζάρικο)»

Στὸ τέλος πιάνει πάλι τὰ ἐγκώμια καὶ τὶς κολακεῖες στὸ βασιλιᾶ, ποὺ τὸν λέγει:

 «τὸν Μανουὴλ τὸν Κομνηνόν, τὸν τῆς πορφύρας γόνον, 

- τὸν πύργον τῆς Ἀνατολῆς, τῆς Δύσεως τὸ δόρυ».

Τὰ ποιήματα τοῦ Φτωχοπρόδρομου εἶναι κακότεχνα καὶ κακορίζικα, 
ἀλλὰ μέσα σ᾿ αὐτὰ βρίσκει κανένας θησαυρὸ ἀπὸ λόγια, ποὺ πολλὰ 
ἀπ᾿ αὐτὰ βρίσκουνται στὸ στόμα τοῦ λαοῦ ὡς τὰ σήμερα. 
Βάζω παρακάτω λίγα ἀπ᾿ αὐτά: 

παπάς, κάτα (ἔτσι λένε σήμερα τὴ γάτα σὲ κάποια μέρη), 
μελιτζάνες, λαβράκια, παλαμίδες, παλαμιδοκόμματα, σκουμβριά, σκουμπροπαλαμιδοκόμματα, γοφάρια, συναγρίδες, σαβρίδια, 
μουροῦνες, χτένια, σουλῆνες 
(καὶ τὰ δυὸ εἶναι θαλασσινὰ μαλακόστρακα, ποὺ τὰ πιὸ φημισμένα 
ἤτανε τῆς Μυτιλήνης, καὶ τώρα εἶναι τοῦ Ἀϊβαλιοῦ),
παγούρια (τὰ σημερινὰ παβούρια, μεγάλα νόστιμα καβούρια), 
ξύδι, βλησκούνι (ἡ λεγόμενη μέντα), φάβα, ἀρκουδίζω 
(περπατῶ μὲ τὰ τέσσερα, ὅπως κάνουνε τὰ παιδιά· 
ἔτσι λέγανε στὴ Μ. Ἀσία, ἐνῷ ἐδῶ λένε μπουσουλῶ), ξυνάγαλον, ἀθότυρον (ὅπως τὸ λένε στὴν Κρήτη), κι ἄλλα. 
Βρῆκα καὶ τὴ λέξη σακολέβα, ποὺ λέγανε μ᾿ αὐτὴ τὸ παλιόρασο, 
ἐνῷ σακολέβες λέγανε ὡς προχτὲς κάτι καΐκια ἀνατολίτικα, 
ἴσως γιατὶ ἤτανε φτωχοκάϊκα.


Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

Η Αυτοκρατοροπούλα που φίλησε το Χοιροβοσκό


Η Ολβία Παπαηλίου σχολιάζει το γνωστό παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Αντερσεν


 

Το παραμύθι γράφεται ανάλογα με τη φωνή που το λέει και τα αυτιά που το ακούνε: Σκέφτομαι τη γλώσσα των συμβόλων, τόσο νέρινη  και να ξεφεύγει μέσα από τα δάχτυλα - περισσότερο από την άμμο και το χρόνο και τα πικρά δάκρυα μιας εξευτελισμένης πριγκίπισσας: είναι εδώ, ποιος θα μπορούσε ίσως και να την καταλάβει; 

Η αρχική ιστορία είχε ήδη βάλει τα θεμέλια των περιορισμών - από τον τίτλο κι όλας, ξέρουμε ότι το παραμύθι ασχολείται με την τιμή του πρίγκιπα - που θα γινότανε χοιροβοσκός του αυτοκράτορα. Θυμάμαι την έκδοση που μου το είχε γνωρίσει - κάπου υπάρχει ακόμα, νομίζω ήταν εκδόσεις Άγκυρας - θυμάμαι με νοσταλγία την εικονογράφηση, που στα δικά μου μάτια είχε την ισχύ μιας αγιογραφίας - αφού άλλωστε τα αρχέτυπα μεταφέρουν πάντα κι εξ' ορισμού τους κάτι σχεδόν απάνθρωπο ή κάτι θεϊκό! 

Ίσως να βοήθησε κι εκείνη ακριβώς η ανάμνηση της εικονογράφησης - το εκατόφυλλο σίγουρα τριαντάφυλλο, η πριγκίπισσα ντυμένη στα σκούρα ρόδινα και με γουνάκι από ερμίνα, μα πιο πολύ - λίγο ναζιάρα, λίγο με ένα ελάν βιτάλ, ένα το κάτι τι της - που ευτυχώς είχε μπορέσει κάποια δύναμη αχειροποίητη να της χαρίσει, κι έτσι να σώσει τα πλάσματα που διαβάζοντας θα τείνανε να ταυτιστούν μαζί της από μια ψυχική έκπτωση: γιατί στο τέλος, θα ήθελε ο συγγραφέας να μας πείσει ότι εκείνη η ναζού κατέληξε – πολύ-πολύ κακώς! Θα ήθελα, για χάρη εκείνης της ανάμνησης της εικονογραφημένης μικρής τσαχπίνας, να διαλογιστώ σε μία αλλιώτικη ανάγνωση εκείνου του παραμυθιού, επίσης και για χάρη μιας ψυχικής γυμναστικής, μίας ευλυγισίας. Λοιπόν, κάποια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένας πρίγκιπας...

...Αν και πρίγκιπας ενός φτωχού βασίλειου, αποφασίζει πως είναι τόσο καλά πολύφερνος, που να ζητήσει σε γάμο την κόρη του αυτοκράτορα - ξέρουμε ήδη ότι το μόνο που θα είχε να της δώσει θα ήταν το ένα τριαντάφυλλο που ανθίζει με τρόπο μαγικό στον τάφο του πατέρα του: ένα μονάχα κάθε πενταετία, αλλά τέτοιο λουλούδι που δύναται να εξαφανίσει κάθε λύπη και οδύνη και σπαραγμό (σ’ αυτό ας επανέλθουμε). 

Επίσης, της στέλνει το ένα και μοναδικό αηδόνι που τραγουδάει στη μικροσκοπική του χώρα, ομολογουμένως τόσο μελωδικά - σα να έχει όλες τις μουσικές να έχουνε φωλιάσει στο λαιμάκι του. Τα στέλνει και τα δύο, σε ασημένια κουτιά - στην παραδοσιακή μετάφραση, αφήνεται να εννοηθεί ότι το τριαντάφυλλο είναι κομμένο, αν και σε άλλες εκδοχές φαίνεται ότι έχει ξεριζώσει ολόκληρη την τριανταφυλλιά ο πρίγκιπας - που είναι βέβαια δυναμικός και αρκούντως φιλόδοξος ώστε παρ΄ότι θα μπορούσε να έχει την κάθε μια από άλλες εκατό πριγκίπισσες, επιθυμεί μόνο την κόρη του αυτοκράτορα - και εφόσον είναι παντελώς αμφίβολο ότι την έχει δει - μπορούμε να εικάσουμε τους λόγους που θα είχε να την θέλει. 


Λοιπόν, τα κουτιά φτάνουν και βρίσκουν την αυτοκρατοροπούλα να είναι με τις κυρίες επί των τιμών της στο σαλόνι - και φαίνεται χαρούμενη πως είναι με το δώρο - ελπίζει πώς θα είναι ένα γατάκι! Μπορούμε να υποθέσουμε, ότι αυτό είναι το ζώο που έχει η ψυχή της για τοτέμ, το ιερό της ζώο - ένα πλάσμα αρκούντως μαλακό και χαϊδεμένο, ικανό όμως να θυμάται την φυσική του ικανότητα για επιβίωση, αιλουροειδές και κυνηγετικό εάν χρειάζεται. 

Ελπίζει δηλαδή, να έχει ο μελλοντικός της σύζυγος την ικανότητα να την αποδεχτεί χωρίς να της στερήσει την αναγκαία ευελιξία, να την αποδώσει ακέραια στον εαυτό της. Αντί αυτού, το πρώτο ασημένιο κουτί περιέχει άλλοτε ένα ρόδο, άλλοτε ένα ρόδο με την τριανταφυλλιά μαζί. Κι ενώ σαν πρώτη αντίδραση υπάρχει μια κάποια ευχαρίστηση που εκφράζεται από τις κυρίες της επί των τιμών (οι οποίες δεν έχουν διακρίνει πως το τριαντάφυλλο είναι αληθινό και το παινεύουν σα να ‘ναι πολύ ωραία κατασκευασμένο), η νεαρή αυτοκρατοροπούλα είναι σχεδόν έτοιμη να αναλυθεί σε δάκρυα, συνειδητοποιώντας πως το λουλούδι δεν είναι κατασκευασμένο, αλλά αληθινό. Με μια αποκλίνουσα εκ της συνηθισμένης ερμηνεία, δε θα μπορούσε άραγε ετούτο να σημαίνει - ότι ο πρίγκιπας είναι αρκούντως άκαρδος, είτε να ξεριζώσει την τριανταφυλλίτσα, είτε να κόψει το τριαντάφυλλο - που είχε χρειαστεί πέντε χρόνια ολάκαιρα να ετοιμάσει το παυσίλυπόν του μεγαλείο! Αυτό είναι απόδειξη ή έστω ένδειξη σκληρής καρδιάς - και η σοφή αν και χωρίς ακόμα να το ξέρει, ενστικτωδώς τρομάζουσα αυτοκρατοροπούλα - έχει ήδη αρχίσει να κακοτροπεύει, να θυμώνει. 

Σε πιο βαθύ επίπεδο, αυτό που της επρότεινε ο πρίγκηπας σα δώρο για να την κερδίσει - είναι το τριαντάφυλλο που θα της έπαιρνε τη δυνατότητα να νοιώθει τη λύπη της - που όμως είναι η πιο μεγάλη προϋπόθεση απόλυτα απαραίτητη για κάθε πιθανή εξέλιξη σε ψυχολογικό επίπεδο. Εδώ, έως και ο πατέρας της αυτοκρατορικώς αντιλαμβάνεται πώς μάλλον κάτι σαν το λάκκο να έχει η φάβα, είτε έχει ενδεχομένως πήξει να του τη ζητάει ο ένας και ο άλλος - και να θέλει μία κι έξω ή και σιγά-σιγά να την αποποιηθεί - ίσως αυτή η θυγατέρα να παραείναι ξυπνητή και να μη θέλει να παίξει το παιχνίδι όπως θα ήτανε αναμενόμενο - κι αυτό ίσως τον έφερνε σε κάποιες δυσκολίες (ποιος και να ξέρει, μήπως και θέλει να κάνει όπως της κατέβαινε, μην τηνε βρούνε να φιλάει τον ένα και τον άλλον, ποτέ δεν γίνεται να είναι ασφαλής κανείς με μία κόρη που θα επιθυμούσε να της χαρίσουνε μια γάτα, ή μήπως να γελιέμαι;). 

Λοιπόν, προτείνει ο μπαμπάς - να μην αρχίσουμε ακόμα να κακοκαρδιζόμαστε, μήπως να βλέπαμε το άλλο δώρο - και βγαίνει το ολοζώντανο αηδόνι το μελωδικότατο, άλλη καταστροφή. Οι δεσποινίδες των τιμών, με τα σπαστά και λάθος γαλλικά τους - φαίνεται να έχουνε γοητευτεί από το δώρο – γι αυτό είναι μονάχα δεσποινίδες επί των τιμών - κι όχι μελλοντικές αυτοκρατόρισσες: ενώ σε φανερή αντίθεση η νεαρή μας, έχει χάσει πάσα ιδέα περί εκείνου του πολύφερνου επίδοξου γαμπρού, που δεν εδίστασε να της χαρίσει ένα ακόμα αληθινό και ζωντανό πλάσμα καλού θεού, και να το στείλει μάλιστα σε ασημένιο κουτάκι, τέτοια αναισθησία. Και ας έχουνε συγκινηθεί οι γηραιοί εκείνοι αυλικοί που το κελάηδισμα του σκλαβωμένου πουλιού τους έχει φέρει αναμνήσεις από το μουσικό κουτάκι που είχε κατασκευαστεί για (την μάλλον αποθανούσα) την αυτοκράτειρα - έως και στη σχεδόν ίδια τονικότητα - τόσο που έως κι ο αυτοκράτορας ο ίδιος συγκινήθηκε. Αυτό είναι επίσης ενδιαφέρον: ενώ εκείνος μπορούσε να χαρίσει στη μητέρα της κόρης του ένα ωραίο και τόσο αρμονικό μουσικό κουτί, η κόρη της εκλιπούσας θα πρέπει να αρκεστεί σε ένα πραγματικό αηδόνι, που όσο και αν είναι ανεπιτήδευτο και πραγματικό και άκρας της φυσικότητας, είναι τιμή που δεν αναγνωρίζεται εις την υποκειμενική της κουλτούρα, η οποία δίνει βάση στο κατασκευασμένο, στην μαεστρία, στην καλλιτεχνία. 


Η κοπελίτσα, δεν έχει κοινωνικοποιηθεί σαν καμιά βοσκοπούλα, μια χοιροβοσκοπούλα - ώστε να της αρκεί ένα αηδόνι, μάλιστα στο κλουβί ή στο κουτί! Παρ’ όλα αυτά, είναι διατεθειμένη να ελπίσει, να θελήσει να πιστέψει πώς το πουλί δεν είναι αληθινό, ότι συνεπαγωγικά - ο πρίγκιπας δεν έχει θελήσει να προσβάλει την τιμή και τις αξίες που προάγει η αυτοκρατορία. Αλλά, οι απεσταλμένοι βεβαιώνουν ότι το πουλί είναι αληθινό, δε φαίνεται το βασίλειο του πρίγκιπας είτε αυτός ο ίδιος να αντιλαμβάνονται το βάρος της κατάστασης.

 Έτσι λοιπόν, πιστή ακόμα στις επιταγές της κοινωνίας της αυλής, της οποίας είναι και η ίδια προϊόν και βασική θεματοφύλακας - να μην ξεχνάμε ότι και οι δεσποινίδες και οι άλλοι αυλικοί, έως ακόμα κι ο πατέρας της ο ίδιος - κι ας ήταν αυτοκράτορας - φαίνεται ότι έχουνε χάσει κάπως το μπούσουλα, εάν τον είχανε ποτέ - μένει λοιπόν εκείνη να στείλει τους απεσταλμένους πίσω στον άμετρα φιλόδοξο πρίγκηπα και να κρατήσει την τιμή της  (και επαγωγικά, τις αρχές που επιβάλλονται από το πρωτόκολλο) στα προσυμφωνημένα (μέσω της κοινωνικοποίησής της) πρότερα ύψη.



Αυλαία, και Πράξη Δεύτερη. 
Ο πρίγκηπας, δεν αποδέχεται το δικαίωμα της αυτοκρατοροπούλας να τον απορρίψει, πράγμα που ίσως μας δίνει το δικαίωμα να πιστέψουμε ότι γι' αυτό και μόνο, έκανε εκείνη πολύ καλά και τον απέρριψε. Όχι μόνο αυτό, αλλά φαίνεται διατεθειμένος  να της διδάξει ένα μάθημα, που επίσης διαβάζεται - να την εκδικηθεί. Αυτό αφήνει και άλλες πιθανότητες να αναδυθούν: ότι, ας πούμε - ενεργούσε με πολλή περιορισμένη συνειδητότητα. Όσο λιγότερη η συνειδητότητα, τόσο μεγαλύτερη η τιμωρητικότητα. Έχει ενδεχομένως δυσκολία να αντιμετωπίσει τα σκοτεινά μοτίβα που διακινούσαν τις πράξεις του: αν θεωρήσουμε ως δεδομένο ότι πράγματι εκείνος πίστευε πως η αυτοκρατοροπούλα δεν είχε εκτιμήσει ούτε εκείνον, ούτε τα αγαθά που της είχε προσφέρει (και ώστε ούτε την πολιτιστική του κληρονομιά, την πνευματικότητά του, τον ουρανό του με τα άστρα, ούτως ειπείν) - τότε τι άλλο θα ήταν φυσικό, παρά να ανασηκώσει τους ώμους του και να πει κάτι σαν "είναι κι αλλού πορτοκαλιές και κάνουν πορτοκάλια"; 

Υπάρχουν άλλες εκατό τουλάχιστον πριγκίπισσες πορτοκαλιές, έχει από την αρχή επισημανθεί αυτό, πολύ ξεκάθαρο. Άρα, μήπως ο πρίγκιπας έχει πραγματικά περιορισμένη δυνατότητα να αντικρύσει τη σκιά του, το ανεπίτρεπτο, το πληγωμένο, το "όχι αρκετό" κομμάτι του εαυτού του; Για να μην υποχρεωθεί να το αναγνωρίσει, αυτό το μαύρο, το σκοτεινό μέρος της προσωπικότητας - ποιητική δικαιοσύνη να είναι, άραγε; - βάφει το πρόσωπό του καφέ και μαύρο (!) και μεταμφιεσμένος πάει στον αυτοκράτορα να του ζητήσει μία θέση στο παλάτι. Εκεί, ο αυτοκράτορας τον προσλαμβάνει για Αυτοκρατορικό Χοιροβοσκό. 


Μένοντας δίπλα στο χοιροστάσιο, ο πρίγκιπας καταγίνεται με την κατασκευή μιας μηχανικής κατσαρολίτσας, πολύ χαριτωμένης, με μια σειρά κουδουνάκια γύρω-γύρω, που όταν η κατσαρολίτσα βρισκότανε επάνω στη φωτιά και έπαιρνε μια βράση, άρχιζαν να παίζουνε αυτά τα κουδουνάκια την τόσο χαριτωμένη και παλιά μελωδιούλα - Αχ, Αγαπητέ μου Αυγουστίνε, όλα περάσανε! Μα ακόμα πιο παράξενο, ήτανε ότι όταν κρατούσε κάποιος το δάχτυλό του πάνω από της κατσαρόλας τον ατμό - μπορούσε πια να ξέρει τί μαγειρεύανε στα σπίτια όλης της επικράτειας. Αυτό, μάλιστα, ήτανε απείρως ωραιότερο από το τριαντάφυλλο, λέει το παραμύθι. 

Ας εστιάσουμε λοιπόν, και να σκεφτούμε ότι ακόμα τώρα, αναλύουμε το παραμύθι σε σχέση με την διαδικασία που μπορεί να σχετίζεται με την αυτοκρατοροπούλα - μία ανάγνωση αλλιώτικη που θα αφορούσε στη διαδικασία όπως σχετίζεται με τον πρίγκηπα, θα οδηγούσε σε άλλα συμπεράσματα: η συμβολική διάσταση του παραμυθιού είναι και πρέπει να παραμένει ανεξάντλητη, αυτή η πολυπλοκότητα, τα πολλαπλά σημεία αναφοράς είναι κάθε παραμυθιού η ανεξάντλητή του προσφορά στην εξανθρώπιση. Λοιπόν, ας ξαναεστιάσουμε στην αυτοκρατοροπούλα, θυμούμενοι ωστόσο ότι μπορεί να είναι μια γυναίκα, ή θα μπορούσε να είναι το σημαίνον που σημειοδοτεί την Άνιμα του πρίγκιπα. 




Στην πρώτη περίπτωση, το κατσαρολάκι είναι συμβολισμός που εμπεριέχει τη θηλυκή ενέργεια (το σχήμα, η πρακτική χρησιμότητα, ο ρόλος που ταυτίζει το αντικείμενο με το φύλο - μαγειρική σαν ενασχόληση των γυναικών). Κατασκευάζεται από τον άντρα στο παραμύθι, τον πρώην επίδοξο γαμπρό - στη μοναχικότητα και στην ταπεινή θέση του χοιροβοσκού, καταγινόμενος με μια μηχανική κατασκευή (ξεκάθαρα αποδιδόμενη σε μια ανδρική δεξιοτεχνία), κατασκευάζει, ανακαλύπτει, κερδίζει μια πλευρά που του ανήκει, και την οποία θα θελήσει να κατακτήσει και να αποκτήσει η νεαρή. Διαβασμένο αλλιώς, εκείνος κατασκευάζει κάτι όμορφο και χρήσιμο, που ο ίδιος όμως δεν μπορεί να αναγνωρίσει - η κατσαρολίτσα θεωρείται από αυτόν σαν κάτι ανούσιο, χαζό και άχρηστο , ίσως μια "αντωνυμία" για την αυτοκρατοροπούλα που το παραδοσιακό διάβασμα του παραμυθιού θέλει να μας μεταφέρει - μια κοπέλα ανόητη, διατεθειμένη να πληρώσει με δέκα φιλιά - που ούτε καν οι δεσποινίδες των τιμών δε θα χαλάλιζαν, αλλά εκείνη τα δίνει, για ένα μαραφέτι και ψευτόπραμα. 




Ο πρίγκηπας μέσα στην επιθυμία εκδίκησης που τον έχει καταλάβει, χάνει την επαφή με τη δική του κατασκευαστική ικανότητα, δεν αναγνωρίζει την αξία που θα ήθελε να του αποδώσει η αυτοκρατοροπούλα, πολύ δε μάλλον την αξία της αυτοκρατοροπούλας που είναι ικανή να αντιπαρέλθει πια τους πατροπαράδοτους ρόλους, και είναι διατεθειμένη να αγοράσει με δέκα φιλιά της ένα μηχάνημα που θα της επέτρεπε όχι μονάχα μια μουσικότητα, αλλά και μια γνώση που ενώ σε πρώτο πλάνο εμφανίζεται μηδαμινή, θα μπορούσε να επιφέρει πολλαπλά κέρδη: ξέροντας να μυρίζει τι μαγειρεύεται σε κάθε σπίτι, θα ήταν ο καθένας που θα βρισκόταν σε θέση εξουσίας ικανός να έχει πολύ μεγάλο έλεγχο στα οικονομικά ή (μεταφορικά) στις προθέσεις των υπηκόων του. Το τραγουδάκι, είναι ένα τραγουδάκι χασίματος μιας ευκαιρίας - ένα παλιό τραγούδι με μάλλον θλιβερό τόνο μετανιώματος. Και στην πορεία του παραμυθιού, ακούμε την ιστορία μονομερώς και με διαστρεβλωμένη οπτική - η αυτοκρατοροπούλα δεν ξέρει να παίζει μουσική, παρά μόνο το τραγουδάκι αυτό και με το ένα δάχτυλο. Όταν ο ψευτοχοιροβοσκός κατασκευάζει ένα εκπληκτικό μηχάνημα που αναπαράγει όλα τα βαλσάκια και τις πόλκες και ποιός ξέρει τί άλλες μουσικές, εκείνη ξετρελαίνεται, το θέλει - δίνει ξανά πίστη στη μουσική, στην ικανότητα του να κατασκευάζει κάτι μοναδικό (που ξανά εκείνος θα υποβαθμίσει και θα υποβιβάσει, υποβιβάζοντας μαζί και την αυτοκρατοροπούλα). 

Εκείνη, βρίσκει αδέξια τον τρόπο να υποστηρίξει τον εαυτό της και την επιθυμία της, όσο και αν αυτό γίνεται με τρόπο σπασμωδικό και κοριτσίστικο, ακόμα όχι γυναικείο - καταλαβαίνει την υποχρέωσή της ως κόρη του Αυτοκράτορα, οφείλει να γίνει μαικήνας των τεχνών - ωστόσο η πεποίθησή της δεν είναι ακόμα ώριμη, κι έτσι δεν αποδεικνύεται ικανή να πράξει σθεναρά, γι’ αυτό ζητάει από τις δεσποινίδες να διαφυλάξουν το μυστικό της - επειδή είναι κόρη αυτοκράτορα, μια αντίφαση στην θέση που εσωτερικά βρίσκεται στη διαδικασία να διεκδικήσει. Τα φιλιά που δίνει στο χοιροβοσκό δεν φτάνουν στο ύψος της απαιτούμενης τιμής - το μαραφέτι το μηχανικό έχει κοστολογηθεί στα εκατό φιλιά, τα φιλιά που δόθηκαν είναι ογδονταέξη.

 Όταν ο Αυτοκράτορας διακόπτει τη συναλλαγή και διώχνει την κόρη του και τον ψευτοχοιροβοσκό, έχει χαθεί ακόμα μια ευκαιρία - η διωγμένη και ατιμασμένη και αποκηρυγμένη κόρη του αυτοκράτορα χάνει τη θέση της, και το μηχανικό της παιχνιδάκι, διάφορες έγκυρες πηγές αναφέρουν ότι μετάνιωσε που δεν αποδέχτηκε τον όμορφο και αξιοπρεπή πρίγκιπα, όπου ίδια θεού της φάνηκε η θωριά του – παρ’ όλα αυτά, έχω δικούς μου λόγους να πιστεύω ότι πιο πολύ η εκπεσούσα είχε λόγους να λυπηθεί όχι για την κατάντια της, μα για λογαριασμό του - εκείνος, μέσα στο παλάτι του, ακόμα πικαρισμένος. Εκείνη απ’ έξω, απελευθερωμένη από έναν τυραννικό πατέρα, ενδεχομένως - που ξέπεσε στο σημείο να την αποκηρύξει μπροστά σε έναν έστω ψεύτικο χοιροβοσκό, λες και η κόρη του φιλούσε κάποιον ανίκανο - ενώ ο άνθρωπος, αν και χοιροβοσκός - είχε μπορέσει να φτιάξει ένα μαραφετάκι τόσο μουσικά θαυματουργό. 

Θέλω να πω, ποια δε θα διάλεγε να μείνει στο τέλος του παραμυθιού έξω από μια πόρτα, και στη βροχή, και ανέστια - ξέροντας εν τω μεταξύ: ότι το παραμύθι της έδωσε τη θέση της ανόητης, λόγω μιας άτυχης και λανθασμένης σημειολογίας - και ότι άλλωστε, καλύτερα αδικημένη, παρά να είναι αυτή η αδικήσασα - άλλη η δικαιοσύνη των ανθρώπων, και άλλη των θεών και των συμβόλων.




Το παραμύθι, στα Αγγλικά, εδώ



Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

Γκουίντο Καβαλκάντι




Ο Γκουίντο Καβαλκάντι (1250-1300) ήταν Ιταλός διανοούμενος,  ποιητής και τροβαδούρος, φίλος του Δάντη Αλιγκιέρι, τον οποίο επηρέασε. Ο μεγάλος ποιητής καταδίκασε όμως στην «Κόλασή» του τον πατέρα του Καβαλκάντι (που ήταν και αυτός φιλόσοφος) ως άθεο και Επικούρειο.

Ο Καβαλκάντι γεννήθηκε στην Φλωρεντία. Ανήκε στο γένος των Γουέλφων που εμπλέκονταν σε μακρόχρονη βεντέτα με το γένος των Γιβελλίνων. Η διαμάχη αυτή  αφορούσε το νεοεμφανιζόμενο αστικό στοιχείο (έμποροι κλπ) που εκπροσωπούσαν οι Γουέλφοι και το αριστοκρατικό που εκπροσωπούσαν οι αντίπαλοί τους, Οι Γουέλφοι επικράτησαν το 1289 και στη συνέχεια άρχισαν να μάχονται μεταξύ τους. Σαν μέρος πολιτικών και οικονομικών συμβιβασμών ο Καβαλκάντι παντρεύτηκε μια κόρη Γιβελλίνων και έγινε αρχηγός τους. Τελικά δεν απέφυγε τη εξορία και πέθανε από πυρετό (ελονοσία;) προσπαθώντας να επιστρέψει στην πατρίδα του. 



Ο έρωτας που υμνεί στα ποιήματά του ο Κ. έρχεται σε αντίφαση με τον προσυμφωνημένο γάμο του.  Όπως και στα τραγούδια των προγενέστερων τροβαδούρων, ο αποκαλούμενος «ιπποτικός» ή ευγενής» έρωτας, (“amour courtois” ή “courtly love”) στην ποίηση του Καβαλκάντι, δεν νοείται μέσα στο γάμο.

Ο Ιταλός ποιητής εξέφραζε με καινοτομίες το νέο αστικό περιβάλλον που πρόβαλλε στα πλαίσια της ιταλικής Αναγέννησης. Ήταν ο κύριος εκπρόσωπος του κινήματος Dolce stil novo (Νέο γλυκό ύφος).  Μέλη αυτού του κινήματος ήταν οι: Γκουίντο Γκουινιτσέλι, Δάντης,  Τσίνο ντα Πιστόια,  Λάπο Τζάνι,  Τζάνι Αλφάνι,  Ντίνο Φρεσκομπάλντι και άλλοι.

Αν και το κίνημα σχετίζονταν με τους τροβαδούρους, διέφερε γιατί  ήταν μια ποίηση αστική και όχι αριστοκρατική. Επιπλέον εξερευνούσε τις φιλοσοφικές, ψυχολογικές, κοινωνικές και  πνευματικές προεκτάσεις του έρωτα. Μέσα στη πολυδιασπασμένη Ιταλία επέλεγε την ντόπια γλώσσα (vernacular) εκφράζοντας παράλληλα τον προσωπικό λυρισμό του ποιητή. 
Χρησιμοποιούσε τις φόρμες του σονέτου, της μπαλάντας και του καντσόνε.   




Ερωτική Μπαλλάντα
VIII

Βρισκόμουνα μέσα στο πνεύμα της αγάπης,
όταν συναπαντήθηκα με δυο νεαρούλες
μια τραγουδούσε:
«μες στην καρδιά μας βρέχει αγάπη».

Ήταν τόσο γλυκιές, τόσο σεμνούλες,
τόσο πράες με το ευγενικούλι πρόσωπό τους,
που εγώ τους είπα: «Τα υψηλά ιδανικά εσείς τα κρατάτε.
Αχ, ομορφούλες, μη με περιπαίζετε,
για την πληγή που έχω εντός μου
και την καρδιά νεκρή,
αγ’ ότου πήγα στην Τουλούζη».

Έστρεψαν τη ματιά τους κατά μένα μόλις,
για να μπορούν να δουν πόσο είμαι πληγωμένος,
και πώς ένα μικρούλι πνεύμα από το κλάμα
έβγαινε μέσα απ’ της πληγής τα βάθη.
Επειδή μ’ είδανε αποκαμωμένο,
αυτή που γέλασε είπε:
«Κοίτα πώς η αγάπη έχει αποκάμει
αυτόν τον άνθρωπο!»

Η άλλη, γεμάτη λύπη κι ευσπλαχνία και καμωμένη
με την εικόνα του ίδιου του Έρωτα είπε:
«Η πληγή που δεν καρδιά σου φέρνεις
έγινε από ματιά όλο φλόγα κι όλο πάθος,
κι άφησε μες στα μάτια σου μια λάμψη
που ούτε κι εγώ μπορώ να την αντέξω.
Πες μου, θυμάσαι εκείνη τη ματιά;
Θυμάσαι;»

Στη σκληρή ερώτησή της εγώ είπα:
«Κόρη, η θύμησή μου πάει στην Τουλούζη,
που μια γυναίκα με κορδέλες, όλο χάρη
και λυγερή πολύ,
και που στο πνεύμα του Έρωτα τη λέγανε Μαντέτα,
με χτύπησε σαν κεραυνός
με τα δικά της μάτια,
απ’ όπου κι η πληγή μου!»

Ύστερα ευγενικά πολύ μου λέει
αυτή που γέλασε: «Η γυναίκα
που στην καρδιά σου έχει χαράξει τη θωριά της,
με τη δύναμη του Έρωτα σε κοίταξε
τόσο βαθιά στα μάτια,
που εκεί πρόβαλε ο Έρωτας.
Αν υποφέρεις τώρα
σ’ αυτόν να αποταθείς!»

Γρήγορα πίσω στην Τουλούζη, μπαλλαντούλα.
Φανερώσου ήσυχα κάτω από τη Ντοράντα
και φώναξε παρακαλώντας
κάποια ωραία δεσποσύνη να σε πάει
στη χάρη εκείνης που σε στέλνω
κι αν ευδοκήσει να σε δει,
πες της, με χαμηλή φωνή:
«Την ευσπλαχνία ζητώ, μονάχα εκείνη».

μετάφραση Ρήγας Καπάτος



Σονέτο από τις «Rime»

Γιατί δεν τυφλωνόμουνα, νάσβηνε πια
Η όραση, το φως των δυο ματιών μου
Να μην περνούσε μέσα τους εκείνη στο μυαλό μου
Να μη ρωτούσε αν την έχω στην καρδιά

Μπρος στα καινούρια βάσανα, λοιπόν
Μ’έπιασε φόβος άσχημος, φόβος οξύς
«Βοήθα με γυναίκα», είπε η φωνή μου της ψυχής
«Άλλο να μην πονούν τα μάτια μου ούτ’ εγώ»

Εσύ έτσι τα παράτησες και ήρθε ο Έρως
Επάνω τους να κλάψει με συμπόνια
Ώσπου ακούστηκε φωνή βαθιά

και είπε: όποιος αισθάνεται μεγάλο πόνο
αυτόν εδώ ας δει και της καρδιάς το μέρος
που ο Θάνατος στο χέρι του κρατά, χαρακωμένο σταυρωτά.

Μτφρ. Λητώ Σεϊζάνη