Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2014

Τέσσερις ποιητές μιλούν για ποίηση





Μπωντλαίρ (Charles Pierre Baudelaire)
 Το άλμπατρος

Πολλές φορές οι ναυτικοί, την ώρα να περνάνε,
πιάνουνε τ΄ άλμπατρος – πουλιά της θάλασσας τρανά-
που ράθυμα, σαν σύντροφοι του ταξιδιού, ακολουθάνε
το πλοίο που μες στα βάραθρα γλιστράει, τα πικρά.

Μα μόλις σκλαβωμένα εκεί στην κουπαστή τα δέσουν,
οι βασιλιάδες τ΄ ουρανού, σκυφτοί κι άχαροι πια,
τ΄ άσπρα μεγάλα τους φτερά τ΄ αφήνουνε να πέσουν
και στα πλευρά τους θλιβερά να σέρνονται κουπιά.

Αυτά που ΄ναι τόσο όμορφα, τα σύννεφα όταν σκίζουν,
πως είναι τώρα κωμικά κι άσχημα και δειλά!
Άλλοι με πίπες αναφτές τα ράμφη τους κεντρίζουν,
κι άλλοι πηδάνε σαν κουτσοί, κοροϊδευτικά.

Μ΄ αυτούς τους νεφοπρίγκιπες κι ο Ποιητής πώς μοιάζει!
Δεν σκιάζεται τις σαϊτιές, τις θύελλες αψηφά
μα ξένος μες στον κόσμο αυτόν που γύρω του χουγιάζει,
σκοντάφτει απ΄ τα γιγάντια του φτερά σαν περπατά.

Μτφρ. Γ. Σημηριώτης




Τζων Μίλτον (John Milton)
Στον Σαίξπηρ

Χρόνια, καιροί, και κόποι και φροντίδες 
του Σαίξπηρ ένα μνήμα δεν εχτίσαν· 
μα θα ’φταναν γι’ αυτόν οι Πυραμίδες;

Της Φήμης κληρονόμε! Το μνημείο 
που αδύναμα τα χέρια μας δε στήσαν, 
το ’στησες μόνος άφθαστο και θείο.

  μτφρ. Μανώλης Μαγκάκης 




Τριστάν Κορμπιέρ (Tristan Corbière)
Μικρός που πέθανε στ' αστεία

Φύγε τώρα, κομμωτή κομητών! 
Χόρτο στον άνεμο και τα μαλλιά σου. 
Φωσφορισμούς θ’ αφήνουν τα βαθιά σου 
άδεια μάτια, φωλιές των ερπετών.

Κρίνοι, μυοσωτίδες, άνθη των 
τάφων, θα γίνουνε μειδίαμά σου. 
Φύγε τώρα, κομμωτή κομητών!

Δοξάρια σιωπηλά τα κόκαλά σου. 
Τον βαρύ πια μην κάνεις. Των ποιητών 
τα φέρετρα παιχνιδάκια, στοχάσου, 
είναι κι αθύρματα νεκροθαπτών. 
Φύγε τώρα, κομμωτή κομητών!

  μτφρ. Κ.Γ. Καρυωτάκης 





Ρεϊμόν Κενώ  (Raymond Queneau)
Για μια ποιητική τέχνη

Αχ, Θεούλη μου, τι ωραία που θα 'ταν να 'γραφα ένα ποιηματάκι.
Μπα! Να ένα που περνάει τώρα δα από μπροστά μου.
Ψιτ, ψιτ, ψιτ!
Έλα εδώ χρυσό μου να σε εμπλέξω       
στο ίδιο περιδέραιο με τ' άλλο μου ποιήματα.
Έλα εδώ να σε εμπήξω       
στο οικοδόμημα των Απάντων μου.
Έλα εδώ να σε εμπαταδώσω
και να σε ενομοιοκαταλήξω
και να σε ερρυθμολογήσω
και να σε ελλυρικοποιήσω
και να σε εμπηγαδεύσω
και να σε ενστιχώσω
και να σε εμπεζολογήσω.

Να πάρει ευχή,
Την κοπάνησε!

(μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης)


Σχόλιο

Ο Όμηρος και ο Ησίοδος είχαν λυμένο το ποιητικό υπαρξιακό τους πρόβλημα: 
Στον πρώτο υπαγόρευαν τα ποιήματά τους οι Μούσες και απλά τα κατέγραφε, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος. 
Ο δεύτερος κέρδισε λίγη περισσότερη ανεξαρτησία από τις θεές της ποίησης. Τον βρήκαν να βόσκει πρόβατα στο βουνό -μας λέει- και του χάρισαν την τέχνη του ποιητή, και τον άφησαν να γράφει μόνος του.
Ο Αισχύλος συνάντησε τον Διόνυσο όπως κοιμόταν σε ένα αμπέλι και του είπε όλα τα μυστικά του στιχουργού. Αλλά ήταν λίγο πιωμένος ο θεός...

Από το κακό στο χειρότερο, δηλαδή. 
Οι νεότεροι δεν είχαν αυτήν την τύχη. 
Ούτε θεές τους πλησίασαν (εκτός από αυτές του Moulin Rouge φυσικά) ούτε και είχαν αγαθές σχέσεις με την τέχνη τους, όπως προκύπτει από τα ως άνω πονήματά τους... Με το κρασί κάτι γίνονταν, αλλά... "Ουδέν προς Διόνυσον" [1]
Διαφορετικοί είναι, βέβαια, οι τρόποι αντίληψης του ποιητή και του έργου του, ή και της όλης ιδέας της λογοτεχνίας, στα τέσσερα αυτά ποιήματα που παραθέσαμε, αν και όλα τελικά καταλήγουν σε αρκετά απαισιόδοξα διδάγματα. 

Το ποίημα του Μίλτον μας παρουσιάζει την ποίηση σαν ένα έργο ιστορικής σημασίας, προβάλλοντας παράλληλα μια εμφατική συμβατική σύλληψη της ιστορικότητας αυτής. Είναι ρητή η αναφορά στην ιδέα του ‘μνημείου’, και μάλιστα των ‘Πυραμίδων’. Παράλληλα ωστόσο το ποίημα υπογραμμίζει ότι στο πλαίσιο ακριβώς αυτής της συμβατικής δόξας, η μεγάλη ποίηση παραμένει μη αναγνωρισμένη η και μη αναγνωρίσιμη, έτσι ώστε μόνη της γίνεται τελικά το μνήμα και μνημείο του εαυτού της.

Με τον Μπωντλαιρ έχουμε μια εικόνα πολύ εντονότερα έως ακραία φορτισμένη, αν και με βάση μια ιδέα κάπως ανάλογη. Ο ποιητής συγκρίνεται με μεγάλο, μάλλον επιβλητικό και πάντως ιδιότυπο θαλασσοπούλι που από τη μια σκίζει τους αιθέρες ‘νεφοπρίγκηπας’ και από την άλλη εξόριστο σε κουπαστή καραβιού, άβολα κινούμενο σε βαθμό γελοιότητας, ταπεινώνεται από τους ναύτες που το έχουν πιάσει. Η αλληγορία είναι προφανής.  Ο άλμπατρος είναι ίσως πρίγκιπας άφοβος στους αιθέρες, το καράβι όμως το ακολουθεί ‘ράθυμα’ σαν σύντροφος του ταξιδιού, το δε ταξίδι κάθε άλλο παρά αδιάφορο η απλό είναι, μιας και το πλοίο γλιστράει σε ‘βάραθρα πικρά’. Μοιάζει εξ άλλου να ενδιαφέρεται η φωνή που μιλάει με το ποίημα αυτό περισσότερο για την περιγραφή της κατάστασης στο κατάστρωμα και λιγότερο για τους αιθέρες. Η ποίηση μπορεί να πηγάζει από αιθέρια έμπνευση, αλλά πρέπει να λογαριαστεί με τα μέτρα κ τα δεδομένα της γλώσσας των ανθρώπινων πραγμάτων.

Η ένταση ανάμεσα στο ιδανικό ύψος και την σκληρή προσγείωση στα πράγματα φαίνεται να ξεπερνιέται στο ποίημα του Κορμπιέρ. Ο ποιητής εδώ μάλλον αποκαθηλώνεται. Δεν είναι ο κομήτης παρά ο κομμωτής των κομητών. Ματαιοπονεί πασχίζοντας να δώσει σχήμα σε ύλη που προφανώς ξεφεύγει από τον έλεγχο της χτένας του. Πρέπει να εγκαταλείψει την ιδέα που έχει για την σημασία του έργου: ‘τον βαρύ πια μην κάνεις’ για να αναγνωρίσει ότι και αυτός, όπως και κάθε άλλος άνθρωπος, με την προοπτική του θανάτου και της ταφής του σώματος του στη γη δεν είναι άλλο από στοιχείο της φύσης και παιχνίδι στα χέρια των επιζώντων ‘νεκροθαπτών’

Ο Κενώ υιοθετεί προκλητικά την ιδέα του παιχνιδιού αλλά σαν να την αντιστρέφει: Αυτός που παίζει είναι ο ίδιος ο ποιητής. Ο ποιητής που μονολογεί εδώ κυνηγάει ένα ‘ποιηματάκι’ για να του επιβάλλει την λογική του λογοτεχνικού θεσμού: Θέση σε ένα συνολικό έργο που θα μείνει στο χρόνο ‘άπαντα’, με στιχουργικούς κανόνες: ‘ενομοιοκαταλήξω’ ‘ερρυθμολογήσω’ , ‘ελλυρικοποιήσω’ σε μορφή μυθική ή και πεζή. ‘εμπηγασεύσω’ ‘εμπαιζολογήσω’, οπότε και το ποιηματάκι το σκάει. Μας αφήνει όμως ένα άλλο ποίημα στη θέση του που μοιάζει να αναιρεί όλα όσα αναφέρθηκαν, καθώς αντί να τα εφαρμόζει απλώς τα ονομάζει ειρωνικά η τα παρωδεί. Ο ποιητής ενός τέτοιου ποιήματος δεν κάνει πια τον βαρύ, δεν αισθάνεται βασιλιάς των αιθέρων, δεν στήνει μνημεία.
-----------------------------------
[1] Η φράση αυτή λέγονταν από απογοητευμένους θεατές και σήμαινε πως το έργο που παίζονταν στο αρχαίο θέατρο δεν είχε σχέση με την λατρεία του Διονύσου, ως όφειλε.

1 σχόλιο: